Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραφύω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: παραφύω Medium diacritics: παραφύω Low diacritics: παραφύω Capitals: ΠΑΡΑΦΥΩ
Transliteration A: paraphýō Transliteration B: paraphyō Transliteration C: parafyo Beta Code: parafu/w

English (LSJ)

with fut. and aor. 1,

   A produce at the side, βολβώδη κεφαλήν Thphr.HP7.2.2,cf.7.7.4.    II Pass., with pf. and aor. 2 Act., grow beside or at the side, Hdt.2.92, Arist.PA658a26, Thphr.HP3.17.3, Plu.Dem.31, Plot.5.2.2 ; ἐκ τῶν παραπεφυκότων δένδρων Ael.VH3.1 ; ἀλλ' ἐγγὺς ἀγαθοῦ παραπέφυκε καὶ κακόν Men.407 ; παραπέφυκεν ἡ Γνάθαινα πλησίον Anaxil.22.13 ; τῶν ὀδόντων οἱ παραφυόμενοι τοῖς κατὰ φύσιν Gal.18(2).980, cf. Dsc.Eup.1.50 ; to be adherent, Gal.2.258.

German (Pape)

[Seite 507] (s. φύω), daneben, daran wachsen lassen, Theophr. – Gew. im med. u. den intr. tempp. des act., daneben, daran wachsen, ὑπὸ τοῦτο τὸ βλέφαρον ἐνίοις παραφύονται μαναὶ τρίχες, Arist. part. anim. 2, 14; Theophr. u. Sp.; παραπέφυκε πλάτανος, Plut. Dem. 31; auch παραφυῆναι, Sp. – Παραφυόμενος, überzählig, von den Gliedern des Leibes, auch über den natürlichen Wuchs hinaus.

Greek (Liddell-Scott)

παραφύω: μετὰ μέλλ. καὶ ἀορ. α΄, παράγω παραφυάδας, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 7. 2, 2, κτλ. ΙΙ. Παθ., μετὰ πρκμ. καὶ ἀορ. β΄ ἐνεργ., φύομαι πλησίον ἢ παραπλεύρως, Ἡρόδ. 2. 92, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 14, 4, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 17, 3· ἐκ τῶν παραπεφυκότων δένδρων Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 3. 1· ἀλλ’ ἐγγὺς ἀγαθοῦ παραπέφυκε καὶ κακὸν Μένανδρ. ἐν «Πλοκίῳ» 8· τῶν ὀδόντων οἱ παραφυόμενοι τοῖς κατὰ φύσιν Γαλην.

French (Bailly abrégé)

ao.2 παρέφυν, pf. παραπέφυκα, et Moy. παραφύομαι;
croître auprès.
Étymologie: παρά, φύω.

Greek Monolingual

ΜΑ
μέσ.
1. φυτρώνω ή είμαι φυτεμένος κοντά, παραπλεύρως
2. βγάζω παραφυάδες, βλαστάνω στα πλάγια
αρχ.
1. κάνω κάτι να φυτρώσει, να βλαστήσει, να βγάλει παραφυάδες
2. μτφ. γεννιέμαι, παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι δίπλα σε κάτι άλλο («ἑγγὺς ἀγαθοῡ παραπέφυκε καὶ κακόν», Μέν.)
3. προσκολλώμαι, προσφύομαι.

Russian (Dvoretsky)

παραφύω: выращивать рядом, преимущ. med. (aor. 2 παρέφυν, pf. παραπέφυκα) вырастать возле, расти рядом (ἐγγύς τινος Men. и τινι Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρα-φύω, med.-pass., intrans. ernaast groeien.