Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρεμπόδιση

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η
1. παρεμβολή εμποδίων, παρακώλυση, επίσχεση
2. εμπόδιο, κώλυμα
3. (ψυχολ.) η παρεμβολή εμποδίου για την εκδήλωση της αιτιολογίας ορισμένων ζωτικών φαινομένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρεμποδίζω. Η λ., στον λόγιο τ. παρεμπόδισις, μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].