Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρενθέτω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

θέτω κάτι μεταξύ δύο ή περισσότερων πραγμάτων, παρεμβάλλω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ενθέτω. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Ν. Κοντοπούλου].