Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πασσαλείφω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

και πασσαλείβω
1. επαλείφω κάτι με πρόχειρο και άτεχνο τρόπο
2. λερώνω κάτι επαλείφοντας το («πάσσαλειψες τα ρούχα σου με τη σοκολάτα»)
3. αποκτώ ατελείς, επιπόλαιες γνώσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πισσ-αλείφω < πισσ-αλοιφῶ (< πίσσα + -άλοιφος < αλοιφή < αλείφω), με αφομοιωτική τροπή του -ι- σε -α-].