Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παστάδα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η / παστός, -άδος, ΝΑ
κοιτώνας, ιδίως ο νυφικός θάλαμος
αρχ.
1. χώρος με κίονες που βρισκόταν μπροστά από το σπίτι
2. στοά με κίονες («τοῦ μὲν χειμῶνος ὁ ἥλιος εἰς τὰς παστάδας ὑπολάμπει», Ξεν.)
3. η ρωμαϊκή βασιλική στοά
4. το μέρος του σπιτιού μετά το προπύλαιο, πρόδομος, αυλή
5. φρ. α) «παστάδος ὥρα» — ηλικία γάμου
β) «ἀκτέριστος παστάς» — τάφος χωρίς κτερίσματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. παστάς, -άδος έχει σχηματιστεί από αμάρτυρο τ. παρ-στάς (συγκεκομμένος τ. του παραστ-άς < παρίσταμαι + επίθημα -άς, -άδος), με αποβολή του -ρ- από το συμφωνικό σύμπλεγμα -ρστ-. Διαφορετική φωνητική εξέλιξη παρατηρείται στον τ. παρτάδες
ἄμπελοι (Ησύχ.), όπου από το συμφωνικό σύμπλεγμαρστ σιγήθηκε το -σ-. Ο τ. παστάς, με αρχική σημ. «πρόδομος, στοά, διάδρομος», μτγν. έλαβε και τη σημ. «θάλαμος, νυφικό δωμάτιο», οπότε και συνδέθηκε παρετυμολογικά με το συνώνυμο παστός (Ι) (< πάσσω)].