Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παχύκαυλος

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: πᾰχύκαυλος Medium diacritics: παχύκαυλος Low diacritics: παχύκαυλος Capitals: ΠΑΧΥΚΑΥΛΟΣ
Transliteration A: pachýkaulos Transliteration B: pachykaulos Transliteration C: pachykavlos Beta Code: paxu/kaulos

English (LSJ)

ον,

   A with a thick stalk or stem, Thphr.HP6.2.6 (Comp.).

German (Pape)

[Seite 539] mit dickem Stiele od. Stengel.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰχύκαυλος: -ον, ὁ ἔχων παχὺν καυλόν, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 6. 2, 6, ἐν τῷ συγκρ. -ότερος.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για φυτά) αυτός που έχει παχύ, χοντρό καυλό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παχυ- + καυλός (πρβλ. πλατύ-καυλος)].