Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδάγρετος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πεδάγρετος Medium diacritics: πεδάγρετος Low diacritics: πεδάγρετος Capitals: ΠΕΔΑΓΡΕΤΟΣ
Transliteration A: pedágretos Transliteration B: pedagretos Transliteration C: pedagretos Beta Code: peda/gretos

English (LSJ)

ον, Aeol. for *μετάγρετος (ἀγρέω), in neut. sg., glossed μεταμέλητον, μεταληπτόν, ποικίλον, μεταδίωκτον, Hsch.

German (Pape)

[Seite 540] dor. = μετάγρετος, auf der Flucht, durch Nachsetzen gefangen, Hesych. erkl. μετάληπ τος, μεταδίωκτος.

Greek (Liddell-Scott)

πεδάγρετος: -ον, Αἰολ. ἀντὶ μετάγρετος (ἄγρα), ὁ συλληφθεὶς ἐν τῷ φεύγειν διὰ καταδιώξεως, «πεδάγρετον· μεταμέλητον. μεταληπτόν. ποικίλον. μεταδίωκτον» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ον, Α
(αιολ. τ.) (κατά τον Ησύχ.) αυτός που συνελήφθη κατά τη φυγή του μετά από καταδίωξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεδά + -άγρετος (< ἀγρῶ «πιάνω, συλλαμβάνω»), πρβλ. παλιν-άγρετος].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πεδάγρετος -ον [πέδα, ἀγρέω] terug te halen. Alc. 358.7 ( conject. ).