Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδανός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πεδᾰνός Medium diacritics: πεδανός Low diacritics: πεδανός Capitals: ΠΕΔΑΝΟΣ
Transliteration A: pedanós Transliteration B: pedanos Transliteration C: pedanos Beta Code: pedano/s

English (LSJ)

ή, όν, (πέδον)

   A low-growing, short, ἀλκαίη, οὐρή, Nic.Th. 226, 289.    II light, ὕπνος Ion Trag.4 (ἠπεδ- Hsch.).

German (Pape)

[Seite 540] wie πεδινός, flach, eben. – Auch dicht am Boden, niedrig, klein, Nic. Th. 226. 289.

Greek (Liddell-Scott)

πεδανός: -ή, -όν, (πέδον) ὁ χαμαὶ φυόμενος, χθαμαλός, βραχύς, Νικ. Θηρ. 226, 289. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πεδανός· ταπεινός, πεδινός, ἢ ὁ τῷ μάντει διδόμενος μισθός», καὶ «πεδανῷ ὕπνῳ ἢ ἠπεδανῷ· κούφῳ. Ἴων Ἀγαμέμνονι (Ἀποσπ. 4). τινὲς δὲ οὐ βεβαίῳ».

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
1. (κατά τον Ησύχ.) επίπεδος ή χαμηλός
2. μτφ. λίγος, σύντομος («πεδανῷ ὕπνῳ», Ιων.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πέδον «έδαφος» + κατάλ. -ανός (πρβλ. στεγ-ανός)].