Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδαρτάω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πεδαρτάω Medium diacritics: πεδαρτάω Low diacritics: πεδαρτάω Capitals: ΠΕΔΑΡΤΑΩ
Transliteration A: pedartáō Transliteration B: pedartaō Transliteration C: pedartao Beta Code: pedarta/w

English (LSJ)

Pythag. word for μεθαρμόζω,

   A = νουθετέω, ἐκάλουν δὲ τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (Schäfer for παιδ.) Iamb.VP31.197 ; ἐκάλει [Πυθαγόρας] τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (to be restored for πελαργᾶν) D.L.8.20, cf. Suid. ; τὰς… νουθετήσεις, ἃς δὴ πεδαρτάσεις

   A ἐκάλουν Iamb.VP22.101, 33.231.

Greek (Liddell-Scott)

πεδαρτάω: Πυθαγ. λέξις ἀντὶ μεθαρμόζῳ, =νουθετέω, ἐκάλουν δὲ τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (οὕτως ὁ Schäfer ἀντὶ παιδ-) Ἰάμβλιχ. ἐν Βἰῳ Πυθαγ. 31· τάς .. νουθετήσεις, ἄς δὴ πεδαρτάσεις (κοινῶς παιδ.) ἐκάλουν αὐτόθι 28· - ἐντεῦθεν ἐν Διογ. Λ. 8. 20 καὶ Σουΐδ., ἀντί :ἐκάλει Πυθαγόρας τὸ νουθετεῖν πελαργᾶν, νῦν διορθοῦται πεδαρτᾶν.-Ἴδε Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολ. τ. Α΄, σ. 122.

Russian (Dvoretsky)

πεδαρτάω: (= νουθετέω) наставлять, вразумлять или выправлять Diog. L.