Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδιάδα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / πεδιάς, -άδος, ΝΜΑ πεδίον
νεοελλ.-αρχ.
ως ουσ. (γεωμορφ.) επιφάνεια γης σχετικά επίπεδη, της οποίας οι εδαφικές ανωμαλίες είναι μηδαμινές σε σχέση με την έκτασή της, κάμπος που βρίσκεται κυρίως σε χαμηλές περιοχές, συχνά όμως απαντά και σε υψίπεδα της ενδοχώρας
νεοελλ.
φρ. α) παράκτια ή παραθαλάσσια πεδιάδα
περιοχή χαμηλού ανάγλυφου που ορίζεται από την ωκεάνια ακτή και τα ενδοχωρικά υψίπεδα, αποτέλεσμα της ηπειρωτικής διάβρωσης και της κρηπίδας
β) ηπειρωτική πεδιάδα
περιοχή βαθυπέδων που δημιουργήθηκε από την ταπείνωση ζωνών συγκλινικής μορφής ή τμημάτων που βρίσκονται ανάμεσα σε δύο ρήγματα
γ) λιμναία πεδιάδα
ηπειρωτική πεδιάδα που σχηματίστηκε κατά την πλήρωση μιας λίμνης από κλαστικά υλικά, προερχόμενα από την αποσάθρωση τών πετρωμάτων της γύρω περιοχής ή από τη διάβρωση τών οχθών
δ) προσχωσιγενής πεδιάδα
ηπειρωτική πεδιάδα που έχει σχηματιστεί από την απόθεση τών φερτών υλικών τών ποταμών
ε) πεδιάδα υπωρειών

ηπειρωτική πεδιάδα, στα άκρα ορεινών όγκων, που σχηματίστηκε από την ένωση αρκετών αετωμάτων, δηλ. σχετικά επίπεδων επιφανειών του υποβάθρου
μσν.
εκστρατεία
αρχ.
(ως επίθ. θηλ. του πέδιος) α) (ποιητ. τ.) πεδινή, επίπεδη
β) αυτή που ανήκει ή γίνεται στο πεδίο.