Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδιάς

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: πεδῐάς Medium diacritics: πεδιάς Low diacritics: πεδιάς Capitals: ΠΕΔΙΑΣ
Transliteration A: pediás Transliteration B: pedias Transliteration C: pedias Beta Code: pedia/s

English (LSJ)

άδος, used as fem. of πεδιεινός,

   A flat, level, of Scythia, Hdt.4.23,47, Hp.Aër.18 ; of Egypt, Hdt.2.8 ; of Thessaly, Pl.Lg.625d ; ἡ π. (sc.γῆ) Hdt.9.122, Onos.6.8 ; π. ὁδός, ἁμαξιτός, Pi.P.5.91, E.Rh.283 ; ἡ π. χώρα Plb.2.16.7.    II on or of the plain, ὕλη S.Ant.420 ; λόγχη π. the spearmen of the plain, Id.Tr.1058 ; π.μάχη battle in the plain, Plu.Sull.19, prob. in IG14.1290.59.

German (Pape)

[Seite 541] άδος, ἡ, fem. zu πεδινός, flach, eben, auf der Ebene; ὁδός, Pind. P. 5, 91, wie πεδιὰς ἁμαξιτός Eur. Rhes. 283; φόβην ὕλης πεδιάδος, Soph. Ant. 416; auch λόγχη π., die auf oder in der Ebene geworfene, Tr. 1047. – Substant., sc. γῆ oder χώρα, = πεδίον, Her. 9, 122, wie Plat. Legg. I, 624 d.

Greek (Liddell-Scott)

πεδιάς: -άδος, ποιητ. θηλ. ἀντὶ τοῦ πέδιος, =πεδινός, ἐπίπεδος, ἐπὶ τῆς Σκυθίας, Ἡροδ. 4. 23· ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου, αὐτόθι 47, πρβλ. 2. 8· ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας, Πλάτ. Νόμ. 625D· ἡ πεδιὰς (ἐξυπακ. γῆ) Ἡροδ. 9. 122· π. ὁδὸς ἁμαξιτὸς Πινδ. Π. 5· 123, Εὐρ. Ρῆσ. 283. ΙΙ. ὁ τοῦ πεδίου ἢ ἐπὶ τοῦ πεδίου, ὕλη Σοφ. Ἀντ. 420· λόγχη π., δηλ. μάχη ἐπὶ πεδινοῦ τόπου, μάχη ἐκ τοῦ φανεροῦ, ἔντιμος, ὁ αὐτ. ἐν. Τρ. 1058· μάχη π. Πλουτ. Σύλλ. 19· ὡς οὐσιαστ., έκστατεία, Ἄννα Κομν. 1. 185.

French (Bailly abrégé)

άδος
1 adj. f. de plaine, qui est en plaine : λόγχη SOPH la lance qui combat en plaine, càd en rase campagne;
2πεδιάς (γῆ ou χώρα) la plaine.
Étymologie: πεδίον.

English (Slater)

πεδιᾰς f. adj.,
   1 level εὐθύτομόν τε κατέθηκεν Ἀπολλωνίαις ἀλεξιμβρότοις πεδιάδα πομπαῖς ἔμμεν ἱππόκροτον σκυρωτὰν ὁδόν pr. (P. 5.91)

Greek Monolingual

-άδος, ή, ΜΑ
βλ. πεδιάδα.

Greek Monotonic

πεδιάς: -άδος, ποιητ. θηλ. του πέδιος·
I. πεδινός, επίπεδος, ισόπεδος, σε Ηρόδ.· ἡ πεδιάς (ενν. γῆ), επίπεδη χώρα, στον ίδ.
II. αυτός που ανήκει ή βρίσκεται πάνω στην πεδιάδα, σε Σοφ.· λόγχηπεδιάς, ακοντιστές στην πεδιάδα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

πεδιάς: άδος (ᾰδ) adj. f
1) равнинная, ровная, плоская (γῆ Her.; ὁδός Pind.; ἁμαξιτός Eur.);
2) растущая на равнине (ὕλη Soph.);
3) происходящая на ровном месте (μάχη Plut.): λόγχη π. Soph. бой в открытом поле.
άδος ἡ (sc. γῆ) равнина Her., Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πεδιάς -ᾰ́δος [πεδίον] adj. f. vlak:. ἡ δὲ Σκυθέων ἐρημίη καλευμένη πεδιάς ἐστι de zogeheten Scytische woestijn is vlak Hp. Aër. 18. van\n of in de vlakte:; φόβην ὕλης πεδιάδος loof van het bos in de vlakte Soph. Ant. 420; subst. ἡ πεδιάς ( sc. γῆ ) vlakte.

Middle Liddell

πεδιάς, άδος,
I. poet. fem. of πέδιος, = πεδινός, flat, level, Hdt.: ἡ πεδιάς (sc. γῆ) the level country, Hdt.
II. on or of the plain, Soph.; λόγχη πεδιάς spearmen on the plain, Soph.