Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πεδιοῦχος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πεδῐοῦχος Medium diacritics: πεδιοῦχος Low diacritics: πεδιούχος Capitals: ΠΕΔΙΟΥΧΟΣ
Transliteration A: pedioûchos Transliteration B: pediouchos Transliteration C: pedioychos Beta Code: pediou=xos

English (LSJ)

ον,

   A having a plain, gloss on στερνοῦχος, Sch.S.OC691.

German (Pape)

[Seite 541] Ebene habend, dah. eben, flach, χθών, Schol. Soph. O. C. 686.

Greek (Liddell-Scott)

πεδιοῦχος: -ον, ὁ ἔχων πεδίον, πεδιάδα, «στερνούχου χθονὸς ἀντὶ πεδιούχου χθονός· μεταφορικῶς γὰρ καὶ στέρνα καὶ νῶτα φασὶ τῆς γῆς τὰ πεδιώδη καὶ εὐρέα» Σχολ. εἰς Σοφ. Οἰδ. Κ. 691· οὕτω, πεδῐώδης, ες, (εἶδος) ὁ ὅμοιος πρὸς πεδίον, πεδινός, ἐπίπεδος, παρὰ τῷ αὐτῷ.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για χώρα) αυτός που έχει πεδιάδα, κάμπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πεδίον + -ούχος].