Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πειστικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πειστικός Medium diacritics: πειστικός Low diacritics: πειστικός Capitals: ΠΕΙΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: peistikós Transliteration B: peistikos Transliteration C: peistikos Beta Code: peistiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A persuasive, Pl.Grg.455a, Lg.723a, Arist.Rh. 1355b29, Plb.30.2.3, Phld.Rh.2.12 S. (in codd. and Pap. freq. written πιστικός, as Grg. l.c., Men.472.4, PMag.Par.1.2170): ἡ -κή (sc. τέχνη) Pl.Plt.304d ; τὸ π. ib.c. Adv. -κῶς Ruf.Rh.p.399 H., S.E.M. 2.62 (πιστικῶς Phld.Rh.2.191 S.) : Comp. -ωτέρως Thphr.Metaph.4.

German (Pape)

[Seite 547] = Vorigem, Plat. Legg. IV, 723 a u. Sp.; auch im adv., S. Emp. adv. rhett. 62.

Greek (Liddell-Scott)

πειστικός: -ή, -όν, ὁ ἱκανὸς εἰς τὸ καταπείθειν, καταπειστικός, Πλάτ. Γοργ. 455Α, Νόμ. 723Α, Ἀριστ. Ρητορ. 1. 2, 1.· (ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις συχνάκις φέρεται πιστικός, ὡς ἐν Γοργ. ἔνθ’ ἀνωτ., Μένανδρος ἐν «Ὑμνίδι) 1. 4 (ἔνθα νῦν πειστικ-), ἴδε Λοβέκ. εἰς Σοφ. Αἴ. 151)· ἡ πειστικὴ (ἐξυπακ. τέχνη), Πλάτ. Πολιτικ. 304D οὕτω, τὸ πειστικὸν αὐτόθι C. - Ἐπίρρ. -κῶς, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 2. 62.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
propre à persuader, persuasif.
Étymologie: πείθω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / πειστικός, -ή, -όν, ΝΜΑ
αυτός που έχει την ικανότητα να πείθει (α. «πειστικά επιχειρήματα» β. «ὁ ἀσαφὴς λόγος οὐκ ἔστι πειστικός», Σέξτ. Εμπ.)
αρχ.
1. το θηλ. ἡ πειστική- (ενν. τέχνη) η τέχνη της πειθούς, η τέχνη του να πείθει κανείς τους άλλους
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ πειστικόν- η τέχνη της πειθούς, του να πείθει κανείς.
επίρρ...
πειστικώς / πειστικώς ΝΜΑ, πειστικά Ν
με πειστικό τρόπο, με πειθώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επίθ. σχηματισμένο από τα συνθ. σε -πειστος (πρβλ. δύσ-πειστος, εύ-πειστος) < πείθω.

Greek Monotonic

πειστικός: -ή, -όν (πείθω), πειστικός, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

πειστικός: убедительный Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πειστικός -ή -όν [πείθω] overtuigend, om te overtuigen; subst. ἡ πειστική ( sc. τέχνη ) de kunst van het overtuigen. goedgelovig.

Middle Liddell

πειστικός, ή, όν πείθω
persuasive, Plat.