Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιβόλι

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

και περβόλι, το / περιβόλι(ο)ν, ΝΜ
περιφραγμένη συνήθως έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται άνθη, λαχανικά, οπωροφόρα κ.ά. δένδρα
νεοελλ.
1. μτφ. φρ. α) «αυτός ο άνθρωπος είναι περιβόλι» — αυτός ο άνθρωπος είναι ανοιχτόκαρδος, διασκεδαστικός
β) «μού 'κανε την καρδιά περιβόλι»
i) μέ ευχαρίστησε
ii) (κατ' ευφημισμό) μέ δυσαρέστησε
2. παροιμ. «του ανθρώπου η καρδιά είναι περιβόλι, θέλει μήλο τρώει, θέλει κυδώνι» — περί ορέξεως ουδείς λόγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < περιβόλ-ι(ο)ν, υποκορ. του περίβολος.