Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιλείπομαι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: περιλείπομαι Medium diacritics: περιλείπομαι Low diacritics: περιλείπομαι Capitals: ΠΕΡΙΛΕΙΠΟΜΑΙ
Transliteration A: perileípomai Transliteration B: perileipomai Transliteration C: perileipomai Beta Code: perilei/pomai

English (LSJ)

Med. and Pass.,

   A remain over, survive, ὅσσοι δ' ἂν πολέμοιο περὶ στυγεροῖο λίπωνται Il.19.230 ; τὸν περιλειφθέντα Hdt.1.82; ὑπὸ τῶν κόρεων εἴ μού τι περιλειφθήσεται Ar.Nu.725; τοὺς περιλελειμμένους φίλων E.Hel.426, cf. Pl.Ti.23c (Pass.), Arist. Oec.1350a29, etc.

Greek (Liddell-Scott)

περιλείπομαι: παθ., ὑπολείπομαι, ἀπομένω, ἐπιζῶ, ὅσσοι δ’ ἂν πολέμοιο περὶ στυγεροῖο λίπωνται Ἰλ. Ο. 230· τὸν περιληφθέντα Ἡρόδ. 1. 82· ὑπὸ τῶν κορέων εἴ μού τι περιλειφθήσεται Ἀριστοφ. Νεφ. 725· τούς γε περιλελειμμένους φίλων Εὐρ. Ἑλλ. 426· οὕτω παρὰ Πλάτ. κτλ.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
être de reste, survivre.
Étymologie: περί, λείπω.

Greek Monolingual

ΝΑ
εξακολουθώ να υπάρχω μετά από αφαίρεση ή καταστροφή μέρους του συνόλου στο οποίο ανήκα, επιζώ
αρχ.
υπολείπομαι, απομένω.

Greek Monotonic

περιλείπομαι: αόρ. αʹ -ελείφθην — Παθ., υπολείπομαι, παραμένω, επιζώ, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

περιλείπομαι: (только praes.) оставаться в живых или невредимым, выживать (οἱ περιλελειμμένοι φίλοι Eur.): ὁ περιλειφθεὶς τῶν τριηκοσίων Her. оставшийся в живых из трехсот.

Middle Liddell

aor1 -ελείφθην
Pass. to be left remaining, remain over, survive, Il., Hdt., etc.

Chinese

原文音譯:perile⋯pw 胚里-累坡
詞類次數:動詞(2)
原文字根:周圍-缺乏
字義溯源:存留,留於身後,停留,殘存;由(περί / περαιτέρω)=周圍,關於)與(λείπω)*=缺少,留下)組成;其中 (περί / περαιτέρω)出自(πέραν)=那邊), (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)。參讀 (ἀπολείπω)同義字
出現次數:總共(2);帖前(2)
譯字彙編
1) 存留(2) 帖前4:15; 帖前4:17