Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιποίηση

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η / περιποίησις, -ήσεως ΝΜΑ περιποιώ
νεοελλ.
1. πρόθυμη εξυπηρέτηση, στοργική μεταχείριση κάποιου, πρόθυμη παροχή υπηρεσιών σε κάποιον
2. υπηρεσία που παρέχεται αντί συγκεκριμένης αμοιβής («η περιποίηση του αρρώστου ανατέθηκε σε ειδική νοσοκόμο»)
3. στον πληθ. οι περιποιήσεις
φιλόφρονες εκδηλώσεις
μσν.-αρχ.
απόκτηση, πρόσκτηση («τοὺς καταμεγαλοφρονήσαντας τῶν ἐνταῡθα τιμῶν εἰς περιποίησιν τἀγαθοῡ», Κλήμ. Αλ.)
αρχ.
1. ασφαλής διατήρηση, συντήρηση
2. προμήθεια
3. (με περιληπτ. σημ.) αυτοί που διασώθηκαν («ὅς ἐστιν ἀρραβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν εἰς ἀπολύτρωσιν τῆς περιποιήσεως», ΚΔ)
4. φρ. «λαὸς εἰς περιποίησιν»
(στην Καινή Διαθήκη) λαός περιούσιος.