Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιστερεών

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: περιστερεών Medium diacritics: περιστερεών Low diacritics: περιστερεών Capitals: ΠΕΡΙΣΤΕΡΕΩΝ
Transliteration A: peristereṓn Transliteration B: peristereōn Transliteration C: peristereon Beta Code: peristerew/n

English (LSJ)

ῶνος, ὁ,

   A dovecote, Pl.Tht.197c, 197d, 198b, POxy.1127.8 (ii A. D.), etc.    II = περιστέριον 11, Ps.-Dsc.4.59, prob. (for ἀριστερεών) in Plu.2.614b ; π. ὕπτιος holy vervain, Verbena supina, Ps.-Dsc.4.60.

German (Pape)

[Seite 594] ῶνος, ὁ, Taubenschlag, Plat. Theaet. 198 b; παντοδαπῶν ὀρνίθων, 197 d; auch Taubenkraut, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

περιστερεών: -ῶνος, ὁ, περιστεροτροφεῖον, Πλάτ. Θεαίτ. 197C, D, 198B, κ. ἀλλ. ΙΙ. εἶδος πόας, κοινῶς «περιστερόχορτον», Διοσκ. 4. 60· ὡσαύτως περιστέριον, τό, αὐτόθι, λέγεται καὶ ἱερὰ βοτάνη αὐτόθι.

French (Bailly abrégé)

ῶνος (ὁ) :
1 colombier, pigeonnier;
2 verveine, plante.
Étymologie: περιστερά.

Greek Monolingual

-ῶνος, ὁ, ΜΑ
βλ. περιστερώνας.

Greek Monotonic

περιστερεών: ῶνος, ὁ, περιστερώνας, σε Πλάτ.· περιστερῶν, σε Αίσωπ.

Russian (Dvoretsky)

περιστερεών: ῶνος ὁ голубятня Plat.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περιστερεών -ῶνος, ὁ [περιστερός] duiventil.

Middle Liddell

περιστερεών, ῶνος, ὁ, [from περιστερά
a dovecote, Plat.: περιστερῶν, Aesop.