Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιδήεις

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: πῑδήεις Medium diacritics: πιδήεις Low diacritics: πιδήεις Capitals: ΠΙΔΗΕΙΣ
Transliteration A: pidḗeis Transliteration B: pidēeis Transliteration C: pidieis Beta Code: pidh/eis

English (LSJ)

εσσα, εν,

   A rich in springs, Ἴδη Il.11.183.

German (Pape)

[Seite 612] εσσα, εν, wie πιδακόεις, quellig, quellenreich, Il. 11, 183, Ἴδη.

Greek (Liddell-Scott)

πῑδήεις: εσσα, εν, ὁ ἔχων πολλὰς πηγάς, Ἴδη Ἰλ. Λ. 183.

French (Bailly abrégé)

ήεσσα, ῆεν;
c. πιδακώδης.

Greek Monolingual

-εσσα, -εν, Α
(επικ. τ.) αυτός που έχει αφθονία πηγών («Ἴδης ἐν κορυφῇσι καθέζειν πιδηέσσης», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πῖδαξ + κατάλ. -ήεις μέσω αμάρτυρου πίδη ή πῖδος (βλ. πίδακας)].

Russian (Dvoretsky)

πῑδήεις: ήεσσα, ῆεν (= πιδακώδης) богатый источниками (Ἴδη Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πιδήεις -ήεσσα -ῆεν [πῖδαξ] rijk aan bronnen:. Ἴδης ἐν κορυφῇσι καθέζετο πιδηέσσης hij zette zich neer op de toppen van de bronrijke Ida Il. 11.183.