Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιδήεις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πῑδήεις Medium diacritics: πιδήεις Low diacritics: πιδήεις Capitals: ΠΙΔΗΕΙΣ
Transliteration A: pidḗeis Transliteration B: pidēeis Transliteration C: pidieis Beta Code: pidh/eis

English (LSJ)

εσσα, εν,

   A rich in springs, Ἴδη Il.11.183.

German (Pape)

[Seite 612] εσσα, εν, wie πιδακόεις, quellig, quellenreich, Il. 11, 183, Ἴδη.

Greek (Liddell-Scott)

πῑδήεις: εσσα, εν, ὁ ἔχων πολλὰς πηγάς, Ἴδη Ἰλ. Λ. 183.

French (Bailly abrégé)

ήεσσα, ῆεν;
c. πιδακώδης.

Greek Monolingual

-εσσα, -εν, Α
(επικ. τ.) αυτός που έχει αφθονία πηγών («Ἴδης ἐν κορυφῇσι καθέζειν πιδηέσσης», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πῖδαξ + κατάλ. -ήεις μέσω αμάρτυρου πίδη ή πῖδος (βλ. πίδακας)].

Russian (Dvoretsky)

πῑδήεις: ήεσσα, ῆεν (= πιδακώδης) богатый источниками (Ἴδη Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πιδήεις -ήεσσα -ῆεν [πῖδαξ] rijk aan bronnen:. Ἴδης ἐν κορυφῇσι καθέζετο πιδηέσσης hij zette zich neer op de toppen van de bronrijke Ida Il. 11.183.