Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιθανότης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πῐθᾰνότης Medium diacritics: πιθανότης Low diacritics: πιθανότης Capitals: ΠΙΘΑΝΟΤΗΣ
Transliteration A: pithanótēs Transliteration B: pithanotēs Transliteration C: pithanotis Beta Code: piqano/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A persuasiveness, plausibility, of persons, Pib. 22.20.2, Plu.2.1040b(pl.).    2 of arguments, Pl.Lg.839d, Cra.402a; π. τινὰ ἔχει ὁ λόγος Arist.EN1097a4, cf. Phld.Rh.1.209 S. ; πιθανότητας ἐλάμβανε κατὰ τῶν ἀνθρώπων provided himself with plausible charges against... Plb.27.15.9, cf. 12.26c.2, Ph.1.94(pl.).

German (Pape)

[Seite 613] ητος, ἡ, das Wesen des πιθανός, Ueberzeugungs- oder Ueberredungsgabe, Gabe einzunehmen, zu gefallen, καὶ γλαφυρία, Plut. adv. Stoic. 14; – Wahrscheinlichkeit, Plat. Crat. 402 a Legg. VIII, 839 d u. öfter; Sp., auch plur., Pol. 13, 5, 5.

Greek (Liddell-Scott)

πῐθᾰνότης: -ητος, ἡ, πειστικότης, δύναμις τοῦ λόγου, Πολύβ. 23. 18, 2, Πλούτ. 2. 1040Β· πιθανότητα λαμβάνειν, πιστεύεσθαι, Πολύβ. 27. 13, 9. 2) ἐπὶ λογικῶν ἐπιχειρημάτων, Πλάτ. Νόμ. 839D, Κρατ. 402Α· π. τινα ἔχει ὁ λόγος Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 1. 6, 15.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
1 talent de persuader ou de plaire;
2 vraisemblance.
Étymologie: πιθανός.

Greek Monotonic

πῐθᾰνότης: -ητος, ἡ, πειστικότητα, σε Πλάτ., Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

πῐθᾰνότης: ητος ἡ
1) умение убеждать, влиятельность (π. καὶ γλαφυρία Plut.): πιθανότητα λαμβάνειν Polyb. снискивать доверие;
2) убедительность, правдоподобие, вероятность: λόγος ἐχόμενος πιθανότητός τινος Plat. рассказ, имеющий некоторое правдоподобие.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πιθανότης -ητος, ἡ [πιθανός] geloofwaardigheid, waarschijnlijkheid.

Middle Liddell

πῐθᾰνότης, ητος, ἡ,
persuasiveness, Plat., Arist.