Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πισσόστρωση

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

η, Ν
1. επάλειψη ενός αντικειμένου με πίσσα
2. (οδοπ.) επικάλυψη του οδοστρώματος με πίσσα για την εξομάλυνση της επιφάνειάς του, την προστασία του από τη φθορά και την αποτροπή της δημιουργίας σκόνης, αλλ. ασφαλτόστρωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + στρώση (πρβλ. οδό-στρωση)].