Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιστότητα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η / πιστότης, -ητος, ΝΑ πιστός (Ι)]
η ιδιότητα του πιστού, το να είναι κανείς πιστός, άξιος εμπιστοσύνης
νεοελλ.
1. ακρίβεια, γνησιότητα («η πιστότητα της μετάφρασης»)
2. μετρολ. προσόν ενός οργάνου μετρήσεων το οποίο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, όσες φορές και να μετρήσουμε ένα συγκεκριμένο μέγεθος, το όργανο θα δίνει πάντα την ίδια τιμή
3. (ραδιοηλ.) η ικανότητα ενός ραδιοφωνικού δέκτη ή ενός ενισχυτή να αναπαράγει χωρίς παραμόρφωση στην έξοδό του το σήμα χαμηλής συχνότητας, δηλ. τον ήχο
4. φρ. «υψηλή πιστότητα» — η ικανότητα ενός συστήματος αναπαραγωγής ήχου να αποδίδει αναλλοίωτα ὁλα τα χαρακτηριστικά της μουσικής που μεταδίδει
αρχ.
1. τιμιότητα
2. φρ. «πιστότητος ὑμῶν ἕνεκα» — με σκοπό να εμφυσήσει πίστη, πεποίθηση.