Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιστότητα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η / πιστότης, -ητος, ΝΑ πιστός (Ι)]
η ιδιότητα του πιστού, το να είναι κανείς πιστός, άξιος εμπιστοσύνης
νεοελλ.
1. ακρίβεια, γνησιότητα («η πιστότητα της μετάφρασης»)
2. μετρολ. προσόν ενός οργάνου μετρήσεων το οποίο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, όσες φορές και να μετρήσουμε ένα συγκεκριμένο μέγεθος, το όργανο θα δίνει πάντα την ίδια τιμή
3. (ραδιοηλ.) η ικανότητα ενός ραδιοφωνικού δέκτη ή ενός ενισχυτή να αναπαράγει χωρίς παραμόρφωση στην έξοδό του το σήμα χαμηλής συχνότητας, δηλ. τον ήχο
4. φρ. «υψηλή πιστότητα» — η ικανότητα ενός συστήματος αναπαραγωγής ήχου να αποδίδει αναλλοίωτα ὁλα τα χαρακτηριστικά της μουσικής που μεταδίδει
αρχ.
1. τιμιότητα
2. φρ. «πιστότητος ὑμῶν ἕνεκα» — με σκοπό να εμφυσήσει πίστη, πεποίθηση.