Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλάθω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πλάθω Medium diacritics: πλάθω Low diacritics: πλάθω Capitals: ΠΛΑΘΩ
Transliteration A: pláthō Transliteration B: plathō Transliteration C: platho Beta Code: pla/qw

English (LSJ)

[ᾱ], poet. form of πελάζω, used by Trag. in lyr.,

   A approach, draw near, τινι S.Ph.728, cf.El.220 : c. acc., E.Rh.14 : abs., Id.Alc. 119 :—Med., στάλαις πλάθεται Ἡρακλέους Inscr. ap. Plu.Arat.14.

German (Pape)

[Seite 624] poet., bes. trag. statt πελάζω, intrans., sich nähern, τινί, Soph. El. 220 Phil. 728, wie Eur. Alc. 117 u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

πλάθω: ποιητ. τύπος τοῦ πελάζω, ἀμεταβ., προσεγγίζω, πλησιάζω, τινὶ Σοφ. Φιλ. 728 (περὶ τοῦ ἐν Ἠλ. 220, οὐκ ἐριστὰ πλάθειν, ἴδε ἐν λ. ἐριστόςὡσαύτως μετ’ αἰτ., Εὐρ. Ρῆσ. 14· ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκ. 119· ― οὕτω καὶ ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, στάλαις πλάθεται Ἡρακλέους Ἐπιγρ. παρὰ Πλουτ. ἐν Ἀράτ. 14· ― Περὶ τοῦ ἐπλάθην, πλαθείην, ἴδε ἐν λ. πελάζω.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
s’approcher : τινί de qqn;
Moy. πλάθομαι, m. sign.
Étymologie: cf. πελάθω, πελάζω.

Greek Monolingual

(I)
Α
(ποιητ. τ.) (το ένεργ
και μέσ.) πλάζομαι
προσεγγίζω, πλησιάζω κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί από το θ. πλᾱ- της λ. πέλας (με μηδενισμένο το πρώτο φωνήεν και απαθές το δεύτερο, πρβλ. παρακμ. πέ-πλη-μαι, παθ. αόρ. -πλά-θην) και ενεστωτικό επίθημα -θω (πρβλ. βρί-θω, πλή-θω)].
(II)
Ν
βλ. πλάσσω.

Greek Monotonic

πλάθω: [ᾱ], ποιητ. τύπος του πελάζω, αμτβ., πλησιάζω, προσεγγίζω, με δοτ., σε Σοφ.· με αιτ., σε Ευρ.· απόλ., στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλάθω [πελάζω] naderen, ook med., met dat.

Russian (Dvoretsky)

πλάθω:
I (ᾱ) тж. med. приближаться (τινί Soph., med. Eur.; τι Eur., med. Plat.): μόρος ἀπότομος πλάθει Eur. надвигается жестокая смерть.
II (ᾱ) дор. = πλήθω.

Frisk Etymological English

Meaning: to approach (Dor.).
Other forms: (Dor.).
See also: s. πέλας.

Middle Liddell

poet. form of πελάζω
intr. to approach, draw near, c. dat., Soph.; c. acc., Eur.; absol., Eur.
πλά¯θω, [poetic form of πελάζω, intr.]
to approach, draw near, c. dat., Soph.; c. acc., Eur.; absol., Eur.

Frisk Etymology German

πλάθω: {plá̄thō}
Forms: (dor.)
Meaning: sich nähern
See also: s. πέλας.
Page 2,549