Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλάστιγξ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: πλάστιγξ Medium diacritics: πλάστιγξ Low diacritics: πλάστιγξ Capitals: ΠΛΑΣΤΙΓΞ
Transliteration A: plástinx Transliteration B: plastinx Transliteration C: plastigks Beta Code: pla/stigc

English (LSJ)

Ion. πλήστιγξ (v. infr. 111), ιγγος, ἡ,

   A scale of a balance, Ar.Pax 1248 ; παρίστασθον παρὰ τὼ πλάστιγγε Id.Ra.1378; τιθέναι εἰς πλάστιγγας, ἐν πλάστιγγι ζυγοῦ κεῖσθαι, Pl.Ti.63b, R.550e : metaph., ἀνώμαλοι πλάστιγγες ἀστάτου τύχης Trag.Adesp.179 ; ὅταν δαίμων ἀνδρὸς εὐτυχοῦς τὸ πρὶν πλάστιγγ' ἐρείσῃ τοῦ βίου παλίρροπον S.Fr.576.5 (prob. for μάστιγ') ; τὸ τεᾷ π. δοθὲν μακαριστότατον τελέθει Lyr.Adesp.139; ὥσπερ ἐπὶ πλάστιγγος ἀντιρρέπων Ph.2.170; εἰς τὴν αὐτὴν τιθεὶς π. τὴν μέθην τῇ μανίᾳ Ath.1.11a.    2 disk poised on the top of the ῥάβδος κοτταβική, καθ' ὅσον ἂν τὸν κότταβον ἀφεὶς ἐπὶ τὴν π. ποιήσῃ πεσεῖν Antiph.55.6, cf. Hermipp.47.8 (anap.) ; π. ἡ χαλκοῦ θυγάτηρ CritiasFr.1D., cf. Poll.6.110.    3 valve of an oyster-shell, Opp.H.2.179.    II collar for horses, E.Rh.303.    III pl., surgical splints, Hippiatr.24,74 ; in form πλήστιγγες, Hp. ap. Gal.19.131.    IV scourge, A.Ch.290 (s. v. l.), cf. EM674.20, Hsch.

German (Pape)

[Seite 625] ἡ, ion. πλῆστιγξ, 1) die Zunge am Wagebalken, dah. der Wagebalken selbst u. die Wage; ἐν πλάστιγγι ζυγοῦ κειμένου ἑκατέρου, Plat. Rep. VIII, 550 e; τιθεὶς εἰς πλάστιγγας, Tim. 63 b; τὼ πλάστιγγε, Ar. Ran. 1374; u. Sp., εἰς πλάστιγγα δικαίην νειμάμενοι, Ep. ad. 10 (XII, 88); übertr. sagt Ath. I, 11 vom Homer εἰς τὴν αὐτὴν τιθεὶς πλάστιγγα τὴν μέθην τῇ μανίᾳ. – Bei Hesych. auch τὸ πρὸς τοὺς κοττάβους πινάκιον, oder nach Suid. τὸ κοῖλον τοῦ κοττάβου. – Von den Austerschalen, Opp. Hal. 2, 179. – 2) wegen der Aehnlichkeit das Joch der Pferde, χρυσῆ δὲ πλάστιγξ αὐχένα ζυγηφόρον πώλων ἔκλῃε, Eur. Rhes. 303. – 3) die Peitsche, χαλκηλάτῳ πλάστιγγι λυμανθὲν δέμας, Aesch. Ch. 288. – 4) Tellerchen, Antiphan. bei Ath. XV, 667 a.

Greek (Liddell-Scott)

πλάστιγξ: Ἰων. πλήστιγξ, ιγγος, ἡ· ― τὸ δισκάριον τῆς «ζυγαρ~ιᾶς», Ἀριστοφ. Εἰρ. 1248· παρίστασθον παρὰ τὼ πλάστιγγε ὁ αὐτ. ἐν Βατρ. 1378· τιθέναι εἰς πλάστιγγας, κεῖσθαι ἐν πλάστιγγι Πλάτ. Τίμ. 63Β, Πολ. 550Ε, πρβλ. Ἀριστ. παρὰ Bgk. Lyr. Gr. σ. 492· ὥσπερ ἐπὶ πλάστιγγος ἀντιρρέπων Φίλων 2. 170· ― μεταφορ., εἰς τὴν αὐτὴν πλ. τιθέναι τὴν μέθην τῇ μανίᾳ Ἀθήν. 11Α. 2) τὸ δισκάριον εἰς ὃ ὁ οἶνος ἐρρίπτετο κατὰ τὸ παιγνίδιον τοῦ κοττάβου, [ὃς ἂν] τὸν κότταβον ἀφεὶς ἐπὶ τὴν πλάστιγγα ποιήσῃ πεσεῖν· Ἀντιφάνης ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1, πρβλ. Ἕρμιππον ἐν «Μοίραις» 2. 8, Κριτίαν παρ’ Ἀθην. 600Ε, Πολυδ. Ϛϳ, 110. 3) ὡς ἐκ τῆς ὁμοιότητος, τὸ ὄστρακον ὀστρέου, Ὀππ. Ἁλ. 2. 179. ΙΙ. ζεῦγος δισκαρίων, ζυγαριά, Σοφ. Ἀποσπ. 14 (κατὰ διόρθωσιν τοῦ Lob. καὶ Ellendt). III. ἐπιτραχήλιον σάγμα τῶν ἵππων, Εὐρ. Ρῆσ. 383. IV. τεμάχιον λεπτῆς σανίδος χρησιμεῦον ὅπως διατηρῇ τεθραυσμένα ὀστᾶ εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν, Λατ. regula ἢ ferula, Ἱππ. ἐν Γαλην. Λεξ. σ. 546. V. μάστιξ, Αἰσχύλ. Χο. 290, ἴδε Ἐτυμολ. Μέγ. 674. 20. (Ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης σημασίας, ὡς φαίνεται, ἐκ τῆς √ΠΛΑΓ. πλήσσω, πρβλ. μάστιξ). ― Καθ’ Ἡσύχ.: «πλάστιγξ· μάστιξ, ἢ τοῦ ζυγοῦ τὸ ἀντίρροπον· καὶ τὸ νῦν λεγόμενον λίτρα, καὶ τὸ πρὸς τοὺς κοττάβους πινάκιον. καὶ μέρος τι τοῦ αὐλοῦ. καὶ σύριγγος τὸ ζύγωμα».

French (Bailly abrégé)

1ιγγος (ἡ) :
objet plat ; plateau de balance ; balance.
Étymologie: R. Πλατ, v. πλατύς.
2ιγγος (ἡ) :
fouet.
Étymologie: πλήσσω.

Greek Monotonic

πλάστιγξ: Ιων. πλήστιγξ, -ιγγος, ἡ,
I. δίσκος ζυγαριάς, σε Αριστοφ.· δυϊκ., ζευγάρι ζυγαριάς, στον ίδ.
II. κολάρο για άλογα, σε Ευρ.
III. μαστίγιο, σε Αισχύλ. (μ' αυτή την τελευταία σημασία, σε όλες τις περιπτώσεις, από το πλήσσω).

Russian (Dvoretsky)

πλάστιγξ:
I ион. πλήστιγξ, ιγγος ἡ πλάζω
1) чашка весов (τιθέναι εἰς πλάστιγγας Plat.);
2) весы (π. δικαία Anth.);
3) ярмо Eur.
ιγγος ἡ πλήσσω бич (χαλκήλατος π. Aesch.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλάστιγξ -ιγγος, ἡ [~ πλατύς?] schaal van een balans, weegschaal:; τιθέναι εἰς πλάστιγγας op een weegschaal leggen Plat. Tim. 63b; schaaltje (voor het kottabosspel). Critias B 1.9. overdr. jukkraag:. χρυσῆ... πλάστιγξ αὐχένα ζυγηφόρον πώλων ἔκλῃε een gouden kraag omvatte de jukdragende hals van de paarden Eur. Rh. 303.
πλάστιγξ -ιγγος, ἡ [op basis van valse etymologie ~ πλήττω] zweep. Aeschl. Ch. 290.

Frisk Etymological English

-ιγγος
Grammatical information: f.
Meaning: scales (Att.), also disk of the kottabos-standard (Critias, Hermipp.), metaph. oystershell (Opp.), horsecollar (which hangs from the wood of the yoke like the scales from the weighbridge; E. Rh. 303), also (in plur.) surgical splints (Hippiatr.).
Other forms: πλήστιγγες pl. id. (Hp. ap. Gal. 19, 131).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation in -ιγγ- (Chantraine Form. 398ff., Schwyzer 498) from an unknown noun. As the designation of the scales (weighing-machine) and the Kottabosdisk is prob. to be derived from the flat form of it, one connects the root pelā- broaden (s. πλάξ). The nearest basis may be a noun *πλαστ(ο)-, which may stand for *πλατ-τ(ο)- (cf. on πλάτη), or for *πλαθ-τ(ο)- (s. πλάσσω). The usu. called "Ion." form πλήστιγ-γες which occurs once only, occurs only in a not quite clear specific meaning, can, if no derailment, represent a form πλα-. -- On the debated πλάστιγξ A. Ch. 290 (for μάστιγξ?) s. Gentili Stud. itfilcl. N. S. 21, 105ff. -- Again, the form πλαθ- cannot be explained from IE; the suffix shows that he word is Pre-Greek (not in Furnée).

Middle Liddell

πλάστιγξ, ιονιξ πλήστιγξ, ιγγος,
I. the scale of a balance, Ar.: dual, a pair of scales, Ar.
II. a collar for horses, Eur.
III. a scourge, Aesch.:—In this last sense, at all events, from πλήσσω.

Frisk Etymology German

πλάστιγξ: -ιγγος
{plástigks}
Grammar: f.
Meaning: Waagschale (att.), auch die Scheibe des Kottabosständers (Kritias, Hermipp. u.a.), übertr. Austernschale (Opp.), Kummet (das vom Jochholz herabhängt wie die Schale vom Waagebalken; E. Rh. 303), auch (im Plur.) chirurgische Schienen (Hippiatr.); πλήστιγγες pl. ib. (Hp. ap. Gal. 19, 131).
Etymology : Bildung auf -ιγγ- (Chantraine Form. 398ff., Schwyzer 498) von einem unbekannten Nomen. Da die Bez. der Waagschale und der Kottabosscheibe allem Anschein nach von der flachen Gestalt derselben herzuleiten ist, hat man ohne Zweifel an die weitverzweigte Sippe pelā- ausbreiten (s. πλάξ) anzuknüpfen. Als nächste Grundlage bietet sich ein Nomen *πλαστ(ο)-, das sowohl für *πλαττ(ο)- (vgl. zu πλάτη), wie für *πλαθτ(ο)- (s. πλάσσω) stehen kann. Die gemeiniglich als "ion." bezeichnete einmalige Form πλήστιγγες, die nur in einer übrigens nicht ganz klaren Spezialbed. vorkommt, kann, wenn keine Entgleisung vorliegt, ein dehnstuf. πλα- (neben πελα-) repräsentieren. — Über das umstrittene πλάστιγξ A. Ch. 290 (für μάστιγξ?) s. Gentili Stud. itfilcl. N. S. 21, 105ff.
Page 2,552