Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλέος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: πλέος Medium diacritics: πλέος Low diacritics: πλέος Capitals: ΠΛΕΟΣ
Transliteration A: pléos Transliteration B: pleos Transliteration C: pleos Beta Code: ple/os

English (LSJ)

   A v. πλέως.

German (Pape)

[Seite 630] ion. πλεῖος, aber auch πλέος, Her. 1, 178. 194, att. πλέως, πλέα, πλέων, voll, angefüllt, τινός, wie δυσμενέων ἀνδρῶν πλεῖος δόμ ος, Od. 4, 319; σὸν δὲ πλεῖον δέπας αἰεί, ll. 4. 262; εἰδώλων. δὲ πλέον πρόθυρον, Ol 20, 855, πλεῖαί τοι χαλκοῦ κλισίαι, Il. 2, 226; νηλὴς σὺ καὶ θράσους πλέως, Aesch. Prom. 42; φρονήματος πλέως ὁ μῦθός ἐστιν, ib. 955; φόβου πλέα τις εἶ, ib. 689; πάντα φόβου πλέα, Pers. 595; φῦναι τὸν ἄνδρα πάντ' ἐπιστήμης πλέω, Soph. Ant. 717, aber Ai. 1129 haben die mss. übereinstimmend ἄνδρα μωρίας πλέων; plur. οἱ πλέῳ, 1091; ἀναιδείας πλέαν, El. 597; ἐν πόλει ψόφου πλέᾳ, Eur. Ion 601; πόθου πλέως, Bacch. 456; u. in Prosa: τινός, Her. 1, 178. 194; Ἀχιλλεὺς τοσαύτης ἦν υαραχῆς πλέως, Plat. Rep. III, 391 c; θεῶν εἶναι πάντα πλέα, Epin. 991 d, Folgde. – Von der Zeit sagt Hes. Th. 636 δέκα πλείους ἐνιαυτούς, zehn volle Jahre, wie πλέῳ ἤματι, O. 794. – Compar. πλειότερος, Od. 11, 359, wie Nic. Th. 119 Arat. 644.

Greek (Liddell-Scott)

πλέος: -η, -ον, Ἰων. ἀντὶ πλέως, πλήρης.

French (Bailly abrégé)

épq. πλεῖος, α, ον :
1 plein;
2 p. anal. plein, épais, encrassé, sale.
Étymologie: R. Πλε, être plein ; v. πίμπλημι.

English (Autenrieth)

comp. πλειότερος: full.

Greek Monolingual

-η, -ον, Α
ιων. τ. βλ. πλέως.

Greek Monotonic

πλέος: -η, -ον, Ιων. αντί πλέως, γεμάτος, πλήρης.

Russian (Dvoretsky)

πλέος: эп. πλεῖος 3, атт. πλέως, α, ων
1) полный (οἴνου, ἀνδρῶν Hom.; ὕδατος Her.): πλείοις δεπάεσσι Hom. полными чашами;
2) преисполненный, проникнутый (θράσους Aesch.; μωρίας πολλῆς Soph.): φόβου π. Aesch. охваченный страхом и внушающий страх;
3) полный, целый (δέκα πλείους ἐνιαυτούς Hes.);
4) пропитанный, сплошь покрытый: ῥάκη νοσηλείας πλέα Soph. пропитанные гноем лохмотья (Филоктета); ἡ χεὶρ πλέα ἀπό τινος Xen. рука, выпачканная в чем-л.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλέος -ᾱ -ον Ion. voor πλέως.

Middle Liddell

πλέος, η, ον, [ionic for πλέως
full.