Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πληροφορώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-έω, ΝΜΑ
νεοελλ.-μσν.
1. παρέχω πληροφορίες, ειδήσεις, ενημερώνω, γνωστοποιώ
2. παθ. πληροφορούμαι -έομαι
λαμβάνω ειδήσεις, μαθαίνω
αρχ.
1. φέρω πλήρες μέτρο, ικανοποιώ εντελώς
2. βεβαιώνω, παρέχω πλήρη ασφάλεια
3. εκπληρώνω, εκτελώ
4. παθ. α) (για πρόσ.) έχω πλήρη ικανοποίηση, βεβαιούμαι πλήρως
β) (για πράγμ.) είμαι απόλυτα πιστευτός
γ) είμαι διατεθειμένος, έχω έντονη διάθεση να κάνω κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλήρης + -φορῶ (< -φόρος < φέρω), πρβλ. λευκο-φορώ, οπλο-φορώ].