Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πληροφορώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-έω, ΝΜΑ
νεοελλ.-μσν.
1. παρέχω πληροφορίες, ειδήσεις, ενημερώνω, γνωστοποιώ
2. παθ. πληροφορούμαι -έομαι
λαμβάνω ειδήσεις, μαθαίνω
αρχ.
1. φέρω πλήρες μέτρο, ικανοποιώ εντελώς
2. βεβαιώνω, παρέχω πλήρη ασφάλεια
3. εκπληρώνω, εκτελώ
4. παθ. α) (για πρόσ.) έχω πλήρη ικανοποίηση, βεβαιούμαι πλήρως
β) (για πράγμ.) είμαι απόλυτα πιστευτός
γ) είμαι διατεθειμένος, έχω έντονη διάθεση να κάνω κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλήρης + -φορῶ (< -φόρος < φέρω), πρβλ. λευκο-φορώ, οπλο-φορώ].