Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλοιάριο

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

το / πλοιάριον, ΝΜΑ
μικρό πλοίο, καραβάκι
αρχ.
(κατά τον Ησύχ.) «πλοιάρια
υποδήματα ποιά».
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλοῖον + υποκορ. κατάλ. -άριον (πρβλ. παιδ-άριον)].