Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλοκή

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πλοκή Medium diacritics: πλοκή Low diacritics: πλοκή Capitals: ΠΛΟΚΗ
Transliteration A: plokḗ Transliteration B: plokē Transliteration C: ploki Beta Code: plokh/

English (LSJ)

ἡ,

   A twining, twisting, Epich.171; οὐ δέχεται π. do not admit of being made into a web, Arist.GA783a12; ἡ τοῦ δικτύου π. ib.734a20; σχοινίων πλοκαί Dsc.3.148; βρόχου Heraclasap. Orib.48.1.1, al.    II anything twisted or woven, web, E.IT817 (pl.), Pl. Lg.849c; mesh, θώραξ τὴν π. λεπτότατος PGiss.47.7 (ii A.D.).    2 histological structure, Gal.UP1.9.    III metaph., complication of a dramatic plot, opp. λύσις, Arist.Po.1456a9; π. δραματική Plu.2.973e, etc.    b interweaving, [ἐπιτιμήσεως καὶ παραμυθίας] Hermog. Meth.36.    c αἱ τῶν σχηματισμῶν π., of rhet. figures, D.H.Th.29, cf. Alex.Fig.2.22 tit., Phoeb.Fig.p.55 S.; π. καὶ ποιότητες Phld.Rh. 1.165 S.; contortions of speech, Thphr.Char.1.7.    d construction of a syllogism, π. τοῦ συλλογισμοῦ Phld.Rh.2.89 S., cf. Ammon. in APr.67.30, Eustr.in EN336.4.    2 web of deceit. πλοκὰς πλέκειν E. Ion826, cf.IA936, PMonac.6.53 (vi A.D.).    IV harmony, in Music, Mart.Cap.9.958.

German (Pape)

[Seite 637] ἡ, das Flechten, Weben, das Geflecht, Gewebe; εὐμίτοις πλοκαῖς, Eur. I. T. 817; τῶν γέῤῥων, Pol. 9, 41, 3; u. allgemein, πάσης ἐσθῆτος ἢ πλοκῆς ἢ πιλήσεως, Plat. Legg. VIII, 849; Sp. – Uebertr., verwickelte, verstrickte Rede, Bestrickung, List, ἔπλεκε πλοκὰς τοιάσδε, Eur. Ion 826; bes. Rhett. Bei Arist. poet. 18 Verwickelung des tragischen Knotens, im Ggstz von λύσις.

Greek (Liddell-Scott)

πλοκή: ἡ, (πλέκω) πλέξιμον, συστροφή, κλώσιμον, Ἐπίχ. 95 Ahr.· οὐ δέχεται πλοκήν, δὲν ἐπιδέχονται συστροφὴν ἢ κλώσιμον, ὥστε νὰ σχηματίσωσι σχοινία, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 5. 3, 18· ἡ τοῦ δικτύου πλ. αὐτόθι 2. 1. 33. ΙΙ. πᾶν τὸ διὰ κλώσεως ἢ ὑφάνσεως ποιούμενον, ὕφασμα, Εὐρ. Ι. Τ. 817, Πλάτ. Νόμ. 849C. III. μεταφ. ἡ περιπλοκὴ δραματικῆς ὑποθέσεως, ἀντίθετ. τῷ λύσις, Ἀριστ. Ποιητ. 18, 12· πλ. δραματικὴ Πλούτ. 2. 973Ε, κτλ.· αἱ τῶν σχηματισμῶν πλ., ἐπὶ ῥητορικῶν σχημάτων, Διον. Ἁλ. π. Θουκ. 29, πρβλ. Ρήτορες (Walz) 8. 479. 2) συνυφασμένον τέχνασμα ψεύδους καὶ ἀπάτης, πλοκὰς πλέκειν Εὐρ. Ἴων 826, πρβλ. Ι. Α. 936. IV. ἁρμονία, ἐν τῇ μουσικῇ, Mart. Capell. 9. Ι 958.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
tissu ; fig. combinaison ; particul. intrigue dans un drame.
Étymologie: πλέκω.

Greek Monolingual

η, ΝΑ
1. πλέξιμο
2. μτφ. τρόπος με τον οποίο διαρθρώνονται και συνδέονται γεγονότα και επεισόδια λογοτεχνικού κειμένου, τραγωδίας ή δράματος, το δέσιμο του μύθου, η εξέλιξη της δράσης
νεοελλ.
(βυζ. μουσ.) κανόνας μελοποιίας που συνίσταται στην κατασκευή μουσικής γραμμής με υπερβατή ανάβαση ή κατάβαση
αρχ.
1. καθετί που κατασκευάζεται με ύφανση, ύφασμα
2. βρόχος
3. ιστολογική κατασκευή
4. (για ρητορικά σχήματα) δομή («τὰς τῶν σχηματισμῶν πλοκάς», Θουκ.)
5. (για γεγονότα, καταστάσεις, περιστάσεις) εξύφανση
6. (σχετικά με λόγο) περίπλοκη, ασαφής φράση
7. (σχετικά με συλλογισμό) διατύπωση, σύνδεση
8. μουσ. αρμονία
9. εκκλ. στεφάνι με το οποίο στόλιζαν οι ειδωλολάτρες τα αγάλματα τών θεών
10. στεφάνι που όταν φοριόταν σε επίσημα γεύματα ήταν δείγμα θηλυπρέπειας
11. (για φίδι) σπείρα
12. ράβδωση, λωρίδα πάνω στο δέρμα της ζέβρας
13. σύνδεσμος, ένωση
14. εναγκαλισμός, περίπτυξη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα πλοκ- της ρίζας του ρ. πλέκω].

Greek Monotonic

πλοκή: ἡ (πλέκω
I. πλέξιμο, οτιδήποτε πλεγμένο, ύφασμα, σε Ευρ.
II. μεταφ., περιπλοκή μιας υποθέσεως, αντίθ. προς το λύσις, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

πλοκή:
1) (с)плетение (τοῦ δικτύου Arst.);
2) ткань (εὔμιτοι πλοκαί Eur.);
3) (о драме) завязка (π. καὶ λύσις Arst.);
4) интрига, козни: ἐμπλέκειν πλοκάς Eur. строить козни.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλοκή -ῆς, ἡ [πλέκω] weefsel, vlechtwerk. overdr. verwikkeling (in de handeling van een tragedie, tegenover λύσις ); slimme wending (in een rede enz. ); list, plan.

Middle Liddell

πλοκή, ἡ, πλέκω
I. a twining: anything woven, a web, Eur.
II. metaph. the complication of a plot, opp. to λύσις, Arist.

Chinese

原文音譯:™mplok» 恩-普羅咳
詞類次數:名詞(1)
原文字根:在內-編織(著)
字義溯源:精緻編髮,編辮,辮;源自(ἐμπλέκω)=編織,糾纏);由(ἐν / ἐμμέσῳ / ἐννόμως)*=在,入)與(πλέκω)*=編結)組成
出現次數:總共(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 辮(1) 彼前3:3