Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλουτοδοτήρ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: πλουτοδοτήρ Medium diacritics: πλουτοδοτήρ Low diacritics: πλουτοδοτήρ Capitals: ΠΛΟΥΤΟΔΟΤΗΡ
Transliteration A: ploutodotḗr Transliteration B: ploutodotēr Transliteration C: ploutodotir Beta Code: ploutodoth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, = sq., epith. of Apollo, AP 9.525.17:—fem. πλουτο-δότειρα, θεά, of Demeter, Orph.H.40.3, cf. Fr.302, Luc.DMeretr.7.1.

German (Pape)

[Seite 638] ῆρος, ὁ, = Folgdm, Apollo, Hymn. (IX, 525, 17).

Greek Monolingual

-ῆρος, ὁ, θηλ. πλουτοδότειρα, Α
(προσωνυμία του Απόλλωνος και επίθ. της Δήμητρος) πλουτιστής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλοῦτος + δοτήρ (< δίδωμι), πρβλ. ολβο-δοτήρ.

Greek Monotonic

πλουτοδοτήρ: -ῆρος, ὁ, = το επόμ., σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

πλουτοδοτήρ: ῆρος ὁ Anth. = πλουτοδότης.