Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλοῦς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πλοῦς Medium diacritics: πλοῦς Low diacritics: πλούς Capitals: ΠΛΟΥΣ
Transliteration A: ploûs Transliteration B: plous Transliteration C: ploys Beta Code: plou=s

English (LSJ)

Att. contr. for πλόος.

German (Pape)

[Seite 638] ὁ, att. zsgz. statt πλόος, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

πλοῦς: Ἀττ. συνῃρ. ἀντὶ πλόος.

French (Bailly abrégé)

v. πλόος.

Greek Monolingual

(I)
ο / πλοῡς, ΝΜΑ
1. ταξίδι διά θαλάσσης και γενικά ταξίδι με πλωτό μέσο
2. η πορεία που κάνει το πλοίο, η πλεύση, η ρότα
αρχ.
εποχή ταξιδιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πλοῦς (< πλοFος, με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -F- και συναίρεση) ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας του ρ. πλέω και μπορεί να συνδεθεί με αρχ. ινδ. plava- «αυτό που επιπλέει, σχεδία»].
(II)
το, Ν
ύφασμα μακρόμαλλο ή χνουδωτό από τη μια του επιφάνεια, το οποίο μοιάζει με βελούδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. peluche /pluche «χνουδωτό ύφασμα»].

Greek Monotonic

πλοῦς: Αττ. συνηρ. αντί πλόος.

Russian (Dvoretsky)

πλοῦς: ὁ стяж. = πλόος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλοῦς -οῦ, ὁ, ook zonder contr. πλόος -όου, ὁ [~ πλέω] decl. Att. sing. nom. πλοῦς, gen. πλοῦ, dat. πλῷ, acc. πλοῦν; plur. nom. πλοῖ, dat. πλοῖς vaart, zeereis:; πλοῦν στέλλειν of πλοῦν ποιεῖσθαι een (zee)reis maken, (uit)varen; overdr..; π. τῆς ζωῆς de vaart van het leven, levensloop Plat. Lg. 803b; overdr. ὁ δεύτερος π. de op één na beste manier van varen (nl. roeiend i. p. v. zeilend, d.w.z. de één na beste oplossing, ‘plan B’, 'de tweede keus'):. κατὰ τὸν δεύτερον πλοῦν de op één na beste koers volgend Aristot. EN 1109a35. tijd\n of gelegenheid om te varen ( bijv. door een gunstige wind):. πλῷ χρησάμενος gebruikmakend van de gelegenheid om te varen Thuc. 3.3.5.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πλοῦς zie πλόος.

Chinese

原文音譯:plÒoj 普羅哦士
詞類次數:名詞(3)
原文字根:漂行(著)
字義溯源:航行,航程,航海,行船,水路;源自(πλέω)*=航行)
出現次數:總共(3);徒(3)
譯字彙編
1) 航程(1) 徒27:10;
2) 航行(1) 徒27:9;
3) 水路(1) 徒21:7