Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πνευματωτικός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: πνευμᾰτωτικός Medium diacritics: πνευματωτικός Low diacritics: πνευματωτικός Capitals: ΠΝΕΥΜΑΤΩΤΙΚΟΣ
Transliteration A: pneumatōtikós Transliteration B: pneumatōtikos Transliteration C: pnevmatotikos Beta Code: pneumatwtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A apt to cause flatulence, Dsc.2.110, Sor.2.32, Orib.Fr.76.

German (Pape)

[Seite 640] aufblasend, blähend, Ath. IX, 369 c.

Greek (Liddell-Scott)

πνευμᾰτωτικός: -ή, -όν, ὁ δυνάμενος νὰ προξενήσῃ, «φούσκωμα», νὰ παραγάγῃ ἀέρια, Διοσκ. 2. 134 κτλ.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α πνευματώ
αυτός που μπορεί να προκαλέσει φύσα, φούσκωμα, να παραγάγει αέρια.