Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποάστριον

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ποάστριον Medium diacritics: ποάστριον Low diacritics: ποάστριον Capitals: ΠΟΑΣΤΡΙΟΝ
Transliteration A: poástrion Transliteration B: poastrion Transliteration C: poastrion Beta Code: poa/strion

English (LSJ)

τό,

   A sickle for cutting grass, Poll.7.184. πόδ, v. ποτί.

German (Pape)

[Seite 642] τό, Grassichel, später χορτοκόπιον, Poll. 7, 184.

Greek (Liddell-Scott)

ποάστριον: τό, δρέπανον πρὸς κοπὴν πόας, «ποάστριον δὲ τὸ νῦν χορτοκόπιον», Πολυδ. Ζ΄, 184.

Greek Monolingual

τὸ, Α
δρεπάνι για το κόψιμο της πόας, τών χόρτων («ποάστριον δὲ τὸ νῡν χορτοκόπιον», Πολυδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποάζω + επίθημα -τριον (πρβλ. ζυγάσ-τριον)].