Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποδαβρός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ποδαβρός Medium diacritics: ποδαβρός Low diacritics: ποδαβρός Capitals: ΠΟΔΑΒΡΟΣ
Transliteration A: podabrós Transliteration B: podabros Transliteration C: podavros Beta Code: podabro/s

English (LSJ)

όν,

   A tender-footed, Orac. ap. Hdt.1.55.

German (Pape)

[Seite 642] fußzart, zart, weichlich an den Füßen, Orak. b. Her. 1, 55, wo man auch πόδ' ἁβρός schreibt.

Greek (Liddell-Scott)

ποδαβρός: -όν, ὁ ἔχων ἁβροὺς πόδας, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 1. 55.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
à la démarche efféminée.
Étymologie: πούς, ἁβρός.

Greek Monolingual

-όν, Α
αυτός που έχει αβρά, τρυφερά πόδια («τρυφῆς ἦν καὶ οὐκ ἀρετῆς ὁ παδαβρὸς ἐπωνυμία,» Θεμίστ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + ἀβρός].

Greek Monotonic

ποδαβρός: -όν, αυτός που έχει λεπτά, μαλακά πόδια, σε Χρησμ. παρά Ηροδ.

Russian (Dvoretsky)

ποδαβρός: с нежными (невыносливыми) ногами Her.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποδαβρός -όν [πούς, ἁβρός] met tere voet.

Middle Liddell

ποδ-αβρός, όν
tenderfooted, Orac. ap. Hdt.