Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποδαγρός

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ποδαγρός Medium diacritics: ποδαγρός Low diacritics: ποδαγρός Capitals: ΠΟΔΑΓΡΟΣ
Transliteration A: podagrós Transliteration B: podagros Transliteration C: podagros Beta Code: podagro/s

English (LSJ)

όν, = foreg., AP5.38 (Nicarch.), Luc. Sat.7, Man.4.501.

German (Pape)

[Seite 642] = Vorigem, Luc. Saturn. 7 u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

ποδαγρός: -όν, = τῷ προηγ., Λουκ. Κρον. 7, Ἀνθ. Π. 5. 39.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
c. ποδαγρικός.

Greek Monolingual

ὁ, Α ποδάγρα
1. ο ποδαγρικός, αυτός που πάσχει από ποδάγρα
2. ο κυνηγός που χρησιμοποιεί ποδάγρα, παγίδα
3. ο κυνηγός που πιάνει υδρόβια πτηνά θαμπώνοντάς τα με ισχυρό φως.

Greek Monotonic

ποδαγρός: -όν, = το προηγ., σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ποδαγρός: Luc., Anth. = ποδαγρικός.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποδαγρός -όν [ποδάγρα] geneesk. jichtig.