Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποδαλγικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ποδαλγικός Medium diacritics: ποδαλγικός Low diacritics: ποδαλγικός Capitals: ΠΟΔΑΛΓΙΚΟΣ
Transliteration A: podalgikós Transliteration B: podalgikos Transliteration C: podalgikos Beta Code: podalgiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A = ποδαγρικός, νόσος Lyd.Mens.4.89.

German (Pape)

[Seite 642] ή, όν, = ποδαγρικός, S. Emp. adv. phys. 1, 164.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α ποδαλγής
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ποδαλγία, στην ποδάγρα
2. αυτός που πάσχει από ποδάγρα.