Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολυλογάς

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο, θηλ. πολυλογού, ουδ. πολυλογούδικο
αυτός που λέει πολλά λόγια, φλύαρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + λογάς (II) (πρβλ. ψευτο-λογάς)].