Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολύκοσμος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πολῠκοσμος Medium diacritics: πολύκοσμος Low diacritics: πολύκοσμος Capitals: ΠΟΛΥΚΟΣΜΟΣ
Transliteration A: polýkosmos Transliteration B: polykosmos Transliteration C: polykosmos Beta Code: polu/kosmos

English (LSJ)

ον,

   A much-adorned, Hsch.s.v. πολυδαίδαλον.

German (Pape)

[Seite 665] sehr geschmückt, Hesych., Erkl. von πολυδαίδαλος.

Greek (Liddell-Scott)

πολύκοσμος: -ον, ὁ πολὺ κεκοσμημένος, πολυποίκιλος, Ἡσύχ. ἐν λ. πολυδαίδαλος.

Greek Monolingual

-ον, Α
(κατά τον Ησύχ.) «πολυδαίδαλος, πολυποίκιλος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -κοσμος (< κόσμος «στολισμός»), πρβλ. εύ-κοσμος].