Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πορία

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

German (Pape)

[Seite 683] ἡ, = εὐπορία, sehr zw.

Greek Monolingual

η, Ν
βοτ. γένος βασιδιομυκήτων της τάξης αφυλλοφορώδη, οι οποίοι αναπτύσσονται σε νεκρούς κλάδους δέντρων, στον φλοιό, σε πρέμνα ή και στο ξύλο υγιών δέντρων προκαλώντας τη σήψη του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. poria (< πόρος)].

Chinese

原文音譯:pore⋯a 坡雷阿
詞類次數:名詞(2)
原文字根:走著 相當於: (מַהֲלָךְ‎)
字義溯源:路程,去,旅行,旅程,行為,生活的方式;源自(πορεύομαι)=走過);而 (πορεύομαι)出自(πεῖρα)=察驗), (πεῖρα)出自(πέραν)=那邊), (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)。參讀 (ἀγωγή)同義字
出現次數:總共(2);路(1);雅(1)
譯字彙編
1) 路程(1) 雅1:11;
2) 去(1) 路13:22