Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποταίνιος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ποταίνιος Medium diacritics: ποταίνιος Low diacritics: ποταίνιος Capitals: ΠΟΤΑΙΝΙΟΣ
Transliteration A: potaínios Transliteration B: potainios Transliteration C: potainios Beta Code: potai/nios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον S.Fr.149.5:—

   A fresh, new, στέφανος Pi.O. 10(11).60; αἷμα A.Ch.1055, cf.Eu.282; ἄλφιτα Hp.Acut.37, Nat.Mul. 15; ἡ τῶν π. προσθήκη Aret.CA2.3.    2 metaph., new, unexpected, unheard of, μῆτις B.16.51; πῆμα A.Pr.102; πάταγος Id.Th.239 (lyr., dub.); τάφος S.Ant.849 (lyr.); ἡδοναί Id.Fr.l.c. (Expld. as = πρόσφατος by Eust. 1106.23 and Phot. (who calls it Doric, i.e. from ποτί, αἶνος), but it is found in Hp. (v. supr.), cf. Bacch. ap. Erot.)

German (Pape)

[Seite 688] (ποτὶ αἶνος, vgl. πρόσφατος, nach den VLL., wie Phot., dorisch), frisch, neu; στέφανος, Pind. Ol. 11, 60; οὐδέ μοι ποταίνιον πῆμ' οὐδὲν ἥξει, Aesch. Prom. 102; neu, unvermuthet, u. wie recens, neu, frisch, π οταίνιον γὰρ αἷμά σοι χεροῖν ἔτι, Ch. 1051; Eum. 272; Soph. Ant. 824; sp. D.

Greek (Liddell-Scott)

ποταίνιος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Σοφ. Ἀποσπ. 162· ― πρόσφατος, νέος, Λατ. recens, στέφανος Πινδ. Ο. 10 (11). 72· αἷμα Αἰσχύλ. Χο. 1055, Εὐμ. 282. 2) μεταφορ., νέος, ἀπροσδόκητος, ἀνήκουστος, πῆμα ὁ αὐτ. ἐν Πρ. 102· πάταγος Θήβ. 239· τάφος Σοφ. Ἀντ. 841· ἡδοναὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. ἔνθ’ ἀνωτ. (Κατὰ τὸν Εὐστ. 1106. 23 καὶ Φώτ., Δωρ. τύπος σύνθετος ἐκ τοῦ ποτί, αἶνος, ὅθεν ἀκριβῶς = πρόσφατος, νεωστὶ εἰρημένος. Ἀλλ’ ἡ χρῆσις τῆς λέξεως παρὰ τοῖς Τραγ., ὡς καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἰάδι τοῦ Ἱπποκράτους (ἴδε Foës Oecon.) καθίστησι τοῦτο ἀπίθανον· καὶ ἐπίρρ. δὲ ποταινί, προσφάτως, μνημονεύεται παρὰ Θεοδοσίῳ Γραμμ. σ. 25 καὶ Ζωναρ. 1571).

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
1 récent, nouveau, frais;
2 extraordinaire, inouï.
Étymologie: mot dor., de ποτί, αἶνος.

English (Slater)

ποταίνιος
   1 new τίς δὴ ποταίνιον ἔλαχε στέφανον; (O. 10.61)

Greek Monolingual

-ία, -ον, θηλ. και -ος, και τ. ουδ. προταίνιον, Α
1. πρόσφατος, νέος
2. αυτός που συνέβη πρόσφατα
3. απροσδόκητος, αιφνίδιος
4. (το ουδ.) προταίνιον
(με επίρρμ. σημ.) (κατά τον Ησύχ.) α) «πρὸ μικροῦ»
β) «παλαιόν».
[ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. ποταινί].

Greek Monotonic

ποταίνιος: -α, -ον και -ος, -ον (ποτί=πρός, αἶνος),
1. πρόσφατος, νέος, Λατ. recens, σε Πίνδ., Αισχύλ.
2. μεταφ., νέος, απροσδόκητος, ανήκουστος, σε Αισχύλ., Σοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποταίνιος -α -ον [?] vers, nieuw:; ποταίνιον γὰρ αἷμά σοι χεροῖν ἔτι want het bloed aan uw handen is nog vers Aeschl. Ch. 1055; τὰ ἄλφιτα... τὰ ποταίνια vers gerstebrood Hp. Acut. 37; overdr. ongewoon, ongehoord:. ἕρμα... τάφου ποταινίου het gewelf van een ongewoon graf Soph. Ant. 849.

Russian (Dvoretsky)

ποταίνιος: 3, редко
1) новый, свежий (στέφανος Pind.; αἷμα Aesch.);
2) непредвиденный, неожиданный (πῆμα Aesch.; τάφος Soph.);
3) внезапный (πάταγος Aesch. - v. l. ποτίφατος).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: new, fresh, unexpected, unheard of (Pi., B., Trag., also Hp.; after Eust. and Phot. = πρόσφατος, Dorian); ποταινί = προσφάτως (Zonar.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Cann hardly be separated from προταίνιον πρὸ μικοῦ, παλαιόν H. and προταινί in front (E. Rh. 523), Boeot. προτηνί earlier. As this stands for πρὸ ταινί (sc. ἡμέραι), ποταινί, -νιος would go back on an adverbial *ποτὶ ταινι (Prellwitz s. v., Bechtel Dial. 1, 309f., Schwyzer 612, Schw.-Debr. 507f., 517).

Middle Liddell

ποτ-αίνιος, η, ον ποτί = πρός, αἶνοσ?]
1. fresh, new, Lat. recens, Pind., Aesch.
2. metaph. new, unexpected, unheard of, Aesch., Soph.

Frisk Etymology German

ποταίνιος: {potaínios}
Meaning: neu, frisch, unerwartet, unerhört (Pi., B., Trag., auch Hp.; nach Eust. und Phot. = πρόσφατος, dorisch); ποταινί = προσφάτως (Zonar.).
Etymology : Kann von προταίνιον· πρὸ μικοῦ, παλαιόν H. und προταινί vorn (E. Rh. 523), böot. προτηνί früher schwerlich getrennt werden. Wie dies für πρὸ ταινί (sc. ἡμέραι) steht, würde ποταινί, -νιος auf ein adverbielles *ποτὶ ταινί zurückgehen (Prellwitz s. v., Bechtel Dial. 1, 309f., Schwyzer 612, Schw.-Debr. 507f., 517).
Page 2,585

English (Woodhouse)

ποταίνιος = recent

⇢ Look up "ποταίνιος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)