Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ποτιτρόπαιος

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ποτιτρόπαιος Medium diacritics: ποτιτρόπαιος Low diacritics: ποτιτρόπαιος Capitals: ΠΟΤΙΤΡΟΠΑΙΟΣ
Transliteration A: potitrópaios Transliteration B: potitropaios Transliteration C: potitropaios Beta Code: potitro/paios

English (LSJ)

ον, Dor. for προστρ-, A.Eu.176 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

ποτιτρόπαιος: -ον, Δωρ. ἀντὶ προστρ-, Αἰσχύλ. Εὐμ. 176.

Greek Monolingual

-ον, Α
(δωρ. τ.) προστρόπαιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί, τ. ισοδύναμος του πρός + -τρόπαιος (< -τροπή < τροπή), πρβλ. απο-τρόπαιος, προσ-τρόπαιος).

Greek Monotonic

ποτιτρόπαιος: -ον, Δωρ. αντί προσ-τροπαῖος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ποτιτρόπαιος: дор. Aesch. = προστρόπαιος I и II.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ποτιτρόπαιος, -ου, zie προστρόπαιος.

Middle Liddell

ποτι-τρόπαιος, ον, [doric for προστροπαῖος, Aesch.]