Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πράξιμος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πράξῐμος Medium diacritics: πράξιμος Low diacritics: πράξιμος Capitals: ΠΡΑΞΙΜΟΣ
Transliteration A: práximos Transliteration B: praximos Transliteration C: praksimos Beta Code: pra/cimos

English (LSJ)

ον, of money,

   A recoverable, Plb.21.43.17; π. τῆς ἡγεμονικῆς τάξεως BGU306.3 (vi A.D.).    II τὰ π. practical aims, γένοιτο αὐτῷ… τὰ π. ἄπρακτα Supp.Epigr.6.802 (Cyprus, ii/iii A.D.).

German (Pape)

[Seite 694] einzutreiben, einzufordern, χρῆμα ἔσται, Pol. 22, 26, 17.

Greek (Liddell-Scott)

πράξῐμος: -ον, ἐπὶ χρημάτων, πράξιμον χρῆμα, τὸ δυνάμενον νὰ εἰσπραχθῇ, Πολύβ. 22. 26, 17.

Greek Monolingual

-ον, Α πρᾱξις
1. (για χρήματα) αυτός που μπορεί να τον εισπράξει κανείς
2. (για πρόσ.) αυτός που υπόκειται σε κατάσχεση
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πράξιμα
πρακτικοί σκοποί.

Russian (Dvoretsky)

πράξῐμος: подлежащий взысканию (χρῆμα Polyb.).