Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρίω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πρίω Medium diacritics: πρίω Low diacritics: πρίω Capitals: ΠΡΙΩ
Transliteration A: príō Transliteration B: priō Transliteration C: prio Beta Code: pri/w

English (LSJ)

(later πρίζω, πριόω, qq. v.), imper.

   A πρῖε S.Fr.897, Ar.Ra.927: impf. ἔπῑον ( ἐξ-) Th.7.25 : aor. ἔπῑσα Hp.VC14, Th.4.100: pf. πέπρῑκα (ἐμ-) D.S.17.92:—Med., Babr.28.8, Luc.DMeretr.12.2:— Pass., fut. πρισθήσομαι Aen.Tact.19: aor. ἐπρίσθην Hp.Epid.5.16, 27: pf. πέπρισμαι Id.VC15, Dsc.4.65, (δια-) Pl.Smp.193a, (ἐκ-) Ar.Pax1135 (dub.):—saw, π. δίχα saw asunder, Th.4.100; π. τὸν ἐλέφαντα Luc.Hist.Conscr.51: abs., prob. in Ar.V.694:—Pass., κέρατα ὅταν πρισθῇ Plu.2.953b; χειρὸς… πριομένης cut, abraded, Opp.H. 3.315.    2 in surgery, trephine, Hp.VC12, al., Epid.II.cc.    3 pf. part. Pass. πεπρισμένος serrated, Dsc.4.65.    II π. ὀδόντας grind or gnash the teeth, in disease, Hp.Prog.3; esp. with rage, μὴ πρῖε τοὺς ὀδ. Ar.Ra.927; τὰς σιαγόνας πρίων Babr.96.3:—Med., Luc.DMeretr.12.2.    2 generally, bite, ὀδόντι πρῖε τὸ στόμα S. Fr.897; [ἀμίαι] πρίουσι Opp.H.2.575: metaph., θυμὸν ὀδὰξ πρίοντες Id.C.4.139; ἐπί οἱ πρῖεν χόλον gnashed fury against him, A.R.4.1671:—Pass., to be irritated, provoked, τινι by or at a thing, πριομένα κάλλει Γανυμήδεος AP9.77 (Antip. Thess.); ἔνδοθεν δὲ πρίεται Men.902; but μὴ πρίου is prob. f.l. for μὴ πρήθου (cj. Bgk.) in Babr. 28.8.    3 cut off syllables, Anon.Rhythm.Oxy.220 viii 3.    III seize as with the teeth, grip, bind fast, ζωστῆρι πρισθεὶς ἱππικῶν ἐξ ἀντύγων S.Aj.1030, cf. ἐκ 1.6. [ῑ: ῐ only in later Poets, ἀπέπρῐσε AP11.14 (Ammian.).]
imper. of ἐπριάμην,

   A v. Πρίαμαι.

German (Pape)

[Seite 702] imperat. πρῖε, Ar. Ran. 927, perf. pass. πέπρισμαι, aor. pass. ἐπρίσθην, die auch von dem durch Poll. 7, 114, wie es scheint, mehr empfohlenen u. bei Sp. häufigeren πρίζω abgeleitet werden können; – 1) sägen, durchsägen, zerschneiden; δίχα πρίσαντες, Thuc. 4, 100; ἐπρίσθησαν, N. T. – Auch durchbohren, bei den Aerzten trepaniren. – 2) knirschen, πρίειν ὀδόντας, Ar. Ran. 927; auch σιαγόνας, Babr. bei Suid., eigtl. die Zähne gegen einander sägen, d. i. mit ihnen knirschen, vor Zorn und Wuth; dah. Ap. Rh. 4, 1671 λευγαλέον δ' ἐπι οἱ πρῖεν χόλον, er knirschte Zorn, wo E. M. λευγαλέος δέ οἱ πρῖεν χόλος las u. es durch ἔλαβεν erkl.; vgl. aber δάκνειν χόλον, Ap. Rh. 3, 1170, u. δάκνειν θυμόν, Opp. Cyn. 4, 138, u. s. auch Mein. Men. p. 278; dah. πριομένα κάλλει Γανυμήδεος Ἥρη, in Zorn gebracht durch die Schönheit, Antp. Thess. 43 (IX, 77). – Uebh. beißen, ὀδόντι πρῖε τὸ στόμα, Soph. frg. 777. – Fest wie mit den Zähnen fassen, packen, festhalten, bes. schnüren, festbinden, ζωστῆρι πρισθεὶς ἱππικῶν ἐξ ἀντύγων, Soph. Ai. 1009, Schol. ἐξαφθείς, δεσμευθείς. – 3) wie πρήθω, blasen, sprühen, schnauben; Hesych. erkl. πρίεται durch φυσοῦται, wie man die Stelle aus Ap. Rh. erkl. hat; vgl. Buttm. Lexil. I p. 105 u. II p. 256.

Greek (Liddell-Scott)

πρίω: προστ. τοῦ ἐπριάμην, ἴδε ἐν λ. *πρίαμαι, καὶ πρβλ. πρίων.

French (Bailly abrégé)

impér. πρῖε, f. πρίσω, ao. ἔπρισα, pf. πέπρικα en compos.
Pass. ao. ἐπρίσθην, pf. πέπρισμαι;
I. scier;
II. p. ext.
1 frotter comme pour scier, faire grincer : τοὺς ὀδόντας AR ou σιαγόνας BABR les dents, les mâchoires;
2 serrer comme pour scier ; serrer fortement, serrer, fixer;
Moy. πρίομαι grincer des dents ; se tourmenter : μὴ πρίου BABR ne te tourmente pas, ne te fais pas tant de souci.
Étymologie: DELG terme techn. sans étym. claire.
2contr. p. πρίασο : impér. de πρίαμαι;
poét. p. ἐπρίασο : 2ᵉ sg. impf. de πρίαμαι.

Greek Monolingual

Α
1. κόβω με πριόνι, πριονίζω («κεραίαν μεγάλην δίχα πρίσαντες ἐκοίλαναν ἅπασαν», Θουκ.)
2. δαγκώνω («ὀδόντι πρῑε τὸ στόμα», Σοφ.)
3. κόβω συλλαβές
4. παθ. πρίομαι
α) κόβω σε κομμάτια
β) (ιδίως στη χειρουργική) τρυπώ με πριονοειδές τρυπάνι
γ) δένω στερεά
5. (η μτχ. αρσ. παθ. παρακμ.) πεπρισμένος
οδοντωτός
6. φρ. «πρίω ελέφαντα» τορνεύω, στιλβώνω ελεφαντόδοντο, γυαλίζω φίλντισι
β) «πρίω [τοὺς] ὀδόντας» — τρίζω τα δόντια μου από θυμό, οργή ή εξαιτίας νόσου
γ) «πρίω [και πρίομαι] χόλον» — βράζω από θυμό ή οργίζομαι με κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος άγνωστης ετυμολ. Το ρ. πρίω (πιθ. < πρίσω ή πρίσ-) προέρχεται από θ. πρῑσ- (πρβλ. πρῖσ-μα, πρίσ-της κ.λπ.) με χαρακτήρα -σ-, του οποίου, όμως, η αρχαιότητα δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί (βλ. και λ. χρίω [< θ. χρῑσ-]). Κατά μία άποψη, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει ανεπιφύλακτα δεκτή λόγω της παρουσίας του δυσερμήνευτου --, το ρ. πρίω προήλθε από θ. prī- (πιθ. < prιә-), παρλλ. του per- του ρ. πείρω «διέρχομαι, διαπερνώ» (πρβλ. τρί-βω: τείρω). Τέλος, τόσο η σύνδεση του ρ. με το αλβαν. prish «διαφθείρω, χαλώ, σπάζω» όσο και η άποψη ότι πρόκειται για ηχομιμητική λ. δεν θεωρούνται πιθανές].

Greek Monotonic

πρίω: προστ. πρῖε, παρατ. ἔπρῑον, αόρ. αʹ ἔπρῑσα — Παθ., αόρ. αʹ ἐπρίσθην, παρακ. πέπρισμαι·
I. πριονίζω, κόβω, πρίω δίχα, κόβω στα δύο, σε Θουκ. — Παθ., κόβομαι σε κομμάτια, σε Ευρ.
II. πρίειν τοὺς ὀδόντας, τρίζω ή δαγκώνω τα δόντια, σε Αριστοφ.· μεταφ. στην Παθ., εξοργίζομαι, σε Ανθ.
III. αρπάζω κάτι με τα δόντια, δένω στερεά, ζωστῆρι πρισθεὶς ἱππικῶν ἐξ ἀντύγων, σε Σοφ.
πρίω: προστ. του ἐπριάμην (βλ. *πρίαμαι), πρβλ. πρίων.

Russian (Dvoretsky)

πρίω:
I (ῑ)
1) пилить, распиливать (κεραίαν δίχα Thuc.; τὸν ἐλέφαντα Luc.; κέρατα ὅταν πρισθῇ καὶ καταξεσθῇ Plut.);
2) скрежетать (τοὺς ὀδόντας Arph.);
3) кусать (ὀδόντι Soph.);
4) крепко схватывать, связывать (ζωστῆρι πρισθεῖς Soph.);
5) раздражать, приводить в бешенство (πριόμενός τινι Anth.).
II (ῐ) стяж.
1) (= πρίασο) imper. к * πρίαμαι;
2) ( = ἐπρίασο) 2 л. sing. impf. к * πρίαμαι.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρίω imperat. aor. med. sing. van* πρίαμαι.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to saw, medic. to trephine, ὀδόντας πρίειν to gnash ones teeth, (ὀδὰξ) πρίειν to bite(with one's teeth), to grasp, pass. metaph. to experience a biting pain.
Other forms: rarely a. late -ίζω, aor. πρῖσαι, pass. πρισθῆναι, perf. midd. πέπρισμαι (all IA.), act. πέπρικα (D. S.).
Dialectal forms: Myc. piri(je)te(re) ? Aura Jorro 2, 124.
Compounds: Also w. δια-, ἐν-, ἀπο- a.o.
Derivatives: 1. πρίων, -ονος m. saw (IA.) with πριόν-ιον n. (Ph. Bel.), -ῖτις f. plantname (Aret. a.o.; Redard 76), -ωτός (Ar., Arist.), -ώδης (Thphr.) saw-shaped, jagged. 2. πρῖσμα (παρά-, ἔκ- πρίω ) n. anything sawn, sawdust (Hp., Thphr.), trilateral column, prism (Euc.) with -μάτιον (Procl.); πρισμοῖς ταῖς βιαίοις κατοχαῖς H. 3. πρῖσις (ἀνά-, ἔκ-, ἀπό- πρίω ) f. the sawing (Hp., Arist.). 4. πρίστης m. sawer, saw (Att. a. hell. inscr. a. pap., Poll.) with f. πρῖστις saw-fish (Epich., Arist.; Strömberg Fischn. 44), also instrument (Att. a. Epid. inscr.) etc. 5. πριστήρ m. saw, sawer (LXX). 6. πριστός sawn (Od.; Amman Μνήμ. χάρ. 16); εὔ-, δύσ-πριστος (Thphr.) a.o. 7. πριστικός belonging to sawing (Hero ). -- Besides some with ω enlarged forms: πε-πριω-μένος, ἀ-, δια-πρίω-τος (Hp.), (δια-)πρίω-σις f. (Delph., Epid.), πριώμασι πρίσμασι H., with fut. πριωσεῖ and sub. pres. πριῳ̃ (Tab. Heracl.), from *πριώω ? (Schwyzer 729 a. 738 n. 6 w. lit.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Like the in a certain sense related χρίω rub (in) πρίω firt in a regularly built system. Like Lat. trī-vī, trī-tum, τρί-βω rub (down) stands beside terō, τείρω rub (open) and scī-vī, scī-tum decide beside secō cut, πρίω belongs to πείρω pierce (cf. Persson Beitr. 2, 738). Further analysis is impossible; the comparison with Alb. prish spoil, break, destroy (G. Meyer Alb. Wb. 353) remains quite uncertain. Strong dobts regarding the here given interpretation in WP. 2, 89, where for πρίω rather onomatop. origin is assumed. -- The ω-forms ared prob. due to cross: after τετρωμένος, ἄτρωτος, τρώω, τρῶμα?

Middle Liddell


I. to saw, πρ. δίχα to saw asunder, Thuc.: Pass. to be cut in pieces, Eur.
II. πρίειν τοὺς ὀδόντας to grind or gnash the teeth, Ar.:—metaph. in Pass. to be irritated, Anth.
III. to seize as with the teeth, bind fast, ζωστῆρι πρισθεὶς ἱππικῶν ἐξ ἀντύγων Soph.

Frisk Etymology German

πρίω: {prí̄ō}
Forms: selten u. sp. -ίζω, Aor. πρῖσαι, Pass. πρισθῆναι, Perf. Med. πέπρισμαι (alles ion. att.), Akt. πέπρικα (D. S.),
Grammar: v.
Meaning: sägen, mediz. trepanieren, ὀδόντας πρίειν mit den Zähnen knirschen, (ὀδὰξ) πρίειν ‘(mit d. Zähnen) beißen, packen’, Pass. übertr. einen beißenden Schmerz empfinden.
Composita : auch m. δια-, ἐν-, ἀπο- u.a.,
Derivative: Davon 1. πρίων, -ονος m. Säge (ion. att.) mit πριόνιον n. (Ph. Bel.), -ῖτις f. Pflanzenname (Aret. u.a.; Redard 76), -ωτός (Ar., Arist. u.a.), -ώδης (Thphr. u.a.) sägeförmig, zackig. 2. πρῖσμα (παρά-, ἔκ- ~ ) n. das Gesägte, Sägespäne (Hp., Thphr. usw.), dreiseitige Säule, Prisma (Euk.) mit -μάτιον (Prokl.); πρισμοῖς· ταῖς βιαίοις κατοχαῖς H. 3. πρῖσις (ἀνά-, ἔκ-, ἀπό- ~ ) f. das Sägen (Hp., Arist.). 4. πρίστης m. Säger, Säge (att. u. hell. Inschr. u. Pap., Poll.) mit f. πρῖστις Sägefisch (Epich., Arist. u.a.; Strömberg Fischn. 44), auch Gerätename (att. u. epid. Inschr.) usw. 5. πριστήρ m. Säge, Säger (LXX u.a.). 6. πριστός gesägt (Od. u.a.; Ammans Μνήμ. χάρ. 16); εὔ-, δύσπριστος (Thphr.) u.a. 7. πριστικός zum Sägen gehörig (Hero u.a.). — Daneben einige mit ω erweiterte Formen: πεπριωμένος, ἀ-, διαπρίωτος (Hp.), (δια-)πρίωσις f. (delph., epid.), πριώμασι· πρίσμασι H., wozu Fut. πριωσεῖ und Konj. Präs. πριῳ̃ (Tab. Heracl.), von *πριώω ? (Schwyzer 729 u. 738 A. 6 m.Lit.).
Etymology : Wie das gewissermaßen sinnverwandte χρί̄ω ‘(ein)reiben’ fügt sich πρί̄ω in ein regelmäßig ausgebautes System ein. Wie lat. trī-, trī-tum, τρί̄-βω ‘(zer)reiben’ neben terō, τείρω ‘(auf)-reiben’ und scī-, scī-tum entscheiden neben seeō schneiden stehen, gesellt sich πρί̄ω zu πείρω ‘durchbohren, -stechen’ (vgl. Persson Beitr. 2, 738). Auf weitere Analyse muß verzichtet werden; der Vergleich mit alb. prish verderben, zerbrechen, zerstören (G. Meyer Alb. Wb. 353) bleibt höchst ungewiß. Starker Zweifel an der hier referierten Auffassung bei WP. 2, 89, wo für πρίω eher schallnachahmender Ursprung angenommen wird. — Die ω-Formen sind wahrscheinlich durch Kreuzung entstanden: nach τετρωμένος, ἄτρωτος, τρώω, τρῶμα?
Page 2,596

Chinese

原文音譯:pr⋯zw 普里索
詞類次數:動詞(1)
原文字根:鋸
字義溯源:鋸為兩段,被鋸鋸死,鋸開;源自(Πρίσκιλλα)X*=鋸)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 被鋸鋸死(1) 來11:37