Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματειώδης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: πραγμᾰτειώδης Medium diacritics: πραγματειώδης Low diacritics: πραγματειώδης Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΩΔΗΣ
Transliteration A: pragmateiṓdēs Transliteration B: pragmateiōdēs Transliteration C: pragmateiodis Beta Code: pragmateiw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A laborious, like work rather than play, παιδιά Pl.Prm.137b.    2 serious, important, based on reality, ἀπορία Simp. in Ph.1299.4, cf.Ammon.in Int.86.5, Simp.in Cat. 1.22.    b concerned with facts or realities, material, opp. λογικός (formal), Procl. in Prm.p.820S., Dam.Pr.201 (Comp.). Adv. -δῶς Simp. in Cat. 194.4 (Comp.), Ascl.in Metaph.123.33, Diotog. ap. Stob.4.7.62 (-δέως), Eust.1762.5: Comp. -εστέρως Olymp.in Grg.p.355 J.

German (Pape)

[Seite 693] ες, wie ein Geschäft aussehend, ohne eines zu sein, παιδιά, ein Spiel, das wie eine Arbeit aussieht, Plat. Parm. 137 b. – Adv., Eust.

Greek (Liddell-Scott)

πραγμᾰτειώδης: -ες, ὁ φαινόμενος ὡς πραγματεία, ἐργασίαἀσχολία (χωρὶς νὰ εἶναι τοιαύτη), παιδιὰ Πλάτ. Παρμ. 137Β. ― Ἐπίρρ. -δῶς, Εὐστ. 1762. 5.

Greek Monolingual

-ῶδες, ΜΑ πραγματεία
1. αυτός που αναφέρεται σε έργα, που έχει σχέση με την πραγματικότητα, υλικός
2. αυτός που βασίζεται στην πραγματικότητα, σπουδαίος, σοβαρός
αρχ.
αυτός που φαίνεται σαν εργασία, που δίνει την εντύπωση εργασίας, χωρίς όμως πράγματι να είναιἐπειδή περ δοκεῑ πραγματειώδη παιδιὰν παίζειν», Πλάτ.).
επίρρ...
πραγματειωδῶς Α
κατά τρόπο πραγματειώδη.

Russian (Dvoretsky)

πραγματειώδης: похожий на труд (παιδιά Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πραγματειώδης -ες [πραγματεία] inspannend.