Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματευτέος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πραγμᾰτευτέος Medium diacritics: πραγματευτέος Low diacritics: πραγματευτέος Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΕΟΣ
Transliteration A: pragmateutéos Transliteration B: pragmateuteos Transliteration C: pragmatefteos Beta Code: pragmateute/os

English (LSJ)

α, ον,

   A to be laboured at, τοῦτο τῷ νομοθέτῃ π., ὅπως… Id.Pol.1333a14; τῷ νομοθέτῃ π. περί τι ib.1337a11.    II -τέον, one must treat, περί τινος Id.Top.105b31, cf. 106a2, Ruf.Ren.Ves.13.11.    2 one must arrange, distribute, Paul.Al.C.4.

Greek (Liddell-Scott)

πραγματευτέος: -α, -ον, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ πραγματεύομαι, ὃν δεῖ πραγματεύεσθαι, τοῦτο πρ., ὅπως... Ἀριστ. Πολιτικ. 7. 14, 8· τῷ νομοθέτῃ πρ. περί τινος αὐτόθι 8. 1, 1. ΙΙ. -τέον, δεῖ πραγματεύεσθαι, περί τινος ὁ αὐτ. ἐν Τοπ. 1. 14, 5, πρβλ. 15. 1.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
adj. verb. de πραγματεύομαι.

Greek Monotonic

πραγματευτέος: -α, -ον, ρημ. επίθ., αυτός που πρέπει να τύχει διαπραγμάτευσης, ενασχόλησης, σε Αριστ.

Middle Liddell

πραγματευτέος, η, ον, [from πραγμᾰτεύομαι] verb. adj.]
to be laboured at, Arist.