Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματοκόπος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: πραγμᾰτοκόπος Medium diacritics: πραγματοκόπος Low diacritics: πραγματοκόπος Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΟΚΟΠΟΣ
Transliteration A: pragmatokópos Transliteration B: pragmatokopos Transliteration C: pragmatokopos Beta Code: pragmatoko/pos

English (LSJ)

ὁ,

   A meddler, busybody, ib.1.226S.

Greek Monolingual

ό, Α
αυτός που αναμιγνύεται σε πολλές υποθέσεις, που ασχολείται με πολλά πράγματα, πολυπράγμονας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρᾶγμα, -ατος + -κόπος].