Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματορράφος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: πραγμᾰτορράφος Medium diacritics: πραγματορράφος Low diacritics: πραγματορράφος Capitals: ΠΡΑΓΜΑΤΟΡΡΑΦΟΣ
Transliteration A: pragmatorráphos Transliteration B: pragmatorraphos Transliteration C: pragmatorrafos Beta Code: pragmatorra/fos

English (LSJ)

[ᾰ], ὁ,

   A author of troubles, Gloss.

Greek (Liddell-Scott)

πραγμᾰτορράφος: [ᾰ], ὁ, ὁ συρράπτων πράγματα, προξενῶν ταραχάς, Γλωσσ.

Greek Monolingual

ὁ, Α
1. αυτός που δημιουργεί καταστάσεις
2. αυτός που προκαλεί αναταραχές, ταραχοποιός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρᾶγμα, -ατος + -ρράφος (< ῥαφή < ῥάπτω), πρβλ. μηχανο-ρράφος].