Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προέκταση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προεκτείνω, η αύξηση σε μήκος ή σε έκταση (α. «είναι αναγκαία η προέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής» β. «βάφουν την προέκταση της βεράντας»)
2. η γραμμή ή η επιφάνεια όπου προεκτείνεται κάτι
3. η περαιτέρω ανάλυση σκέψης ή άποψης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προεκτείνω. Η λ., στον λόγιο τ. προέκτασις, μαρτυρείται από το 1886 στον Α. Μηλιαράκη].