Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προαίρεσις

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: προαίρεσις Medium diacritics: προαίρεσις Low diacritics: προαίρεσις Capitals: ΠΡΟΑΙΡΕΣΙΣ
Transliteration A: proaíresis Transliteration B: proairesis Transliteration C: proairesis Beta Code: proai/resis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A choosing one thing before another, Pl. Prm. 143c; purpose, resolution, π. καὶ πρᾶξις Id.Def.413a, cf. Arist.EN1094a2; opp. ἀνάγκη, Isoc. 1.10; ἐκ π. καὶ βουλήσεως D.44.57, cf. Arist. PA 657b1; ἡ κατὰ π. κίνησις Id.Metaph.1015a33; τὰ κατὰ π. ἀδικήματα wrongs done from malice prepense, Lycurg.148; ζῆν κατὰ π., as a test of freedom. Arist.Pol.1280a34; παρὰ τὴν π. contrary to one's purpose, Id.Metaph.1015a27; as characteristic of moral action, ἡ π. βουλευτικὴ ὄρεξις τῶν ἐφ' ἡμῖν Id.EN1113a10, cf. 1139a23; inclination, χρῶ ὡς βούλει τῇ σεαυτοῦ π. Epicur.Sent.V at.51; motive, κατὰ προαίρεσιν δακρύειν Hp.Aph.4.52.    2 purpose, plan, or scope of action, τῇ π. τοῦ βίου D.23.141, 48.56; οὐδενὸς εὐδοκιμεῖ πράγματος ἡ π. Id.Prooem. 50; ἐπὶ τῇ τοῦ πλεονεκτεῖν π. ζῆν Id.23.127; ἀναίδεια καὶ π. πονηρίας deliberate wickedness, Id.Ep.3.18; τῶν καλῶν ἔργων Zaleuc. ap. Stob. 4.2.19: abs., course of life, principle of action, ἐν π. χρηστῇ καὶ βίῳ σώφρονι ζῆν D.Ep.l.c.; διὰ τὰς τέτταρας δραχμὰς ἀποβάλω τὴν π.; Strato Com.1.33: pl., principles, Isoc.1.9; αἱ κοιναὶ π. D.18.210, etc.    3 in political language, deliberate course of action, policy, ἡ π. ἡ ἐμὴ καὶ ἡ πολιτεία ib.93; ἡ π. τῆς πολιτείας ib.192, cf. 19.27, Plb.3.8.5, 18.37.1, OGI1763.50 (Milet., ii B.C.); mode of government, such as an oligarchy, D.13.8; ἡ π. τῆς πόλεως, opp. ἡ τύχη, Id.18.306; ἡ π. τῶν κοινῶν ib.292: pl., τὰς κοινὰς π. your public principles, policy, ib.210, cf. 206; ταῖς τοῦ δήμου π. Id.Ep.3.2.    4 department of public life, πολλῶν προαιρέσεων οὐσῶν τῆς πολιτείας, τὴν περὶ τὰς Ἑλληνικὰς πράξεις εἱλόμην Id.18.59.    5 political party, οἱ τῆς ἐκείνου π. Id.10.4.    b sect or school of music, philosophy, etc., Plu.2.1137b, Gal.18(2).658; αἱ ἐν φιλοσοφίᾳ π. Luc.Demon.4, etc.    6 conduct, διὰ ταύτης τῆς π. Plb.18.3.3; ἀνεπίληπτος π. Id.14.2.14, cf. 30.8.1, 39.3.11.    7 character, reputation, ἠστόχει τῆς σφετέρας π. had no regard for his own reputation, Id.7.14.3; ἀείμνηστον καὶ καλὴν ἔχει τὴν π. Id.9.9.10; καταξίως… τῆς τῶν ἀλειφομένων π. Arch.Pap.3.134 (Thera, iii/ii B.C.).    8 devotion, affection, goodwill, τᾷ π. ἃν ἔχων τυγχάνει ἐς τὰν ἁμὰν πόλιν SIG721.30 (Crete, ii/i B.C.), cf. 593.4 (Perrhaebia, ii B.C.); ἀποδεξάμενον μετ' εὐνοίας τὴν τοῦ δήμου π. the homage of the people, ib.700.43 (Macedonia, ii B.C.); ἐπαινέσαι ἐπὶ τᾷ περὶ… τὰν τέχναν π. her devotion to her art, ib.738.11 (Delph., i B.C.), cf. 737.12(i B.C.); = σπουδή, zeal, τὴν π. ἣν ὁ δῆμος… διατελεῖ ποιούμενος τῶν… ἐνδόξων ib.590.33 (Cos, ii B.C.).    9 expressed opinion, advice, τὴν π. ἀποδεξάμενοι τοῦ λέγοντος Plb.39.3.9, cf. 2.42.4, 7.13.4, 7.14.1.

German (Pape)

[Seite 705] ἡ, Vornehmen, Vorsatz, Entschluß, Wahl; Plat. Parm. 143 c; τὰ κατὰ προαίρεσιν ἀδικήματα, vorsetzliche, Lycurg. 148, wie διὰ προαίρεσιν im Ggstz von δι' ἄγνοιαν Plut. de mus. 21; Ggstz ἀνάγκη, Isocr. 1, 9; auch im Ggstz von πρᾶξις, Arist. Eth. 3, 4. 7, 2; im Ggstz von ἀποτέλεσμα u. τὰ τελούμενα, Pol. 2, 39, 11. 2, 56, 16; übh. Art und Weise, Einrichtung, καλλίστῃ προαιρέσει χρῆσθαι δημοκρατικῆς πολιτείας, 4, 1, 5; τίνι τρόπῳ καὶ ποίᾳ προαιρέσει, 4, 1, 7; Regierungsform, insofern sie auf gewissen politischen Grundsätzen beruht, politische Partei, πολλῶν προαιρέσεων οὐσῶν τῆς πολιτείας τὴν περὶ τὰς Ἑλληνικὰς πράξεις εἱλόμην ἐγώ, Dem. 18, 59; τὴν πρὸς τὰς ὀλιγαρχίας ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προαιρέσεως ἔχθραν, d. h. wegen der Demokratie, 13, 8; οἱ ἐπὶ τῇ τοῦ πλεονεκτεῖν προαιρέσει ζῶντες, 23, 127; οἱ τῆς ἐκείνου προαιρέσεως, die von Philipps Partei, 10, 4. – Bei Sp. von den Philosophenschulen, -sekten, wie Arist. u. bes. Luc. u. Plut.

Greek (Liddell-Scott)

προαίρεσις: -εως, ἡ, ἡ ἐκλογὴ πράγματος τινος πρὸ ἑτέρου, πρᾶξις ἐκλογῆς μετὰ ὥριμον σκέψιν, ἀπόφασις, «προαίρεσις· ἐπιλογὴ καλοῦ ἢ κακοῦ» (Ἡσύχ.), Πλάτ. Παρμ. 143C, Ὅροι 413Α· ἀντίθετον τῷ ἀνάγκη, ὡς καὶ νῦν, Ἱσοκρ. 4Α· ἐκ πρ. καὶ βουλήσεως Δημ. 1097. 22, πρβλ. Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 13, 3· ― κατὰ προαίρεσιν, ἢ μή, δακρύειν Ἱππ. Ἀφ. 1251· τὰ κατὰ προαίρεσιν ἀδικήματα, τὰ γενόμενα ἐκ κακῆς προαιρέσεως, Λυκοῦργ. 169. 4· ζῆν κατὰ προαίρεσιν, ὡς σημεῖον ἐλευθερίας, Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 9, 6· κατὰ τὴν πρ., παρὰ τὴν πρ., συμφώνως πρὸς τὴν θέλησίν τινος, παρὰ τὴν θέλησίν τινος, ὁ αὐτ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 5, 2 καὶ 3· ― ἡ προαίρεσις εἶναι τὸ χαρακτηρίζον τὴν ἠθικὴν ἐνέργειαν παρ’ Ἀριστ., Ἠθ. Ν. 2. 6, 15. 3. 2-3., 6. 2, 4, κ. ἀλλ. 2) σκοπὸς ἢ σχέδιον ἐνεργείας, τῇ πρ. τοῦ βίου Δημ. 666. 21., 1183. 9· οὐδενὸς εὐδοκιμεῖ πράγματος ἡ πρ. ὁ αὐτ. 1457. 12· ἐπὶ τῇ τοῦ πλεονεκτεῖν πρ. ζῆν ὁ αὐτ. 662. 17· ἀναίδεια καὶ πρ. πονηρίας ὁ αὐτ. 1478. 27· τῶν καλῶν ἔργων Ζάλευκος παρὰ Στοβ. 44. 28· ― ἀπολ., ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πρᾶξις, ἐν πρ. χρηστῇ καὶ βίῳ σώφρονι Δημ. 1479. 1· ἐν τῷ πληθ., ἀρχαὶ ἠθικαὶ κτλ., Ἰσοκρ. 3D, Δημ., κλπ. 3) ἐν τῇ πολιτικῇ γλώσσῃ, βεβουλευμένος τρόπος ἐνεργείας, «πολιτική», ἡ πρ. ἡ ἐμὴ καὶ ἡ πολιτεία Δημ. 257. 7, πρβλ. 292. 16 κἑξ.· πλῆρες, ἡ πρ. αὐτοῦ τῆς πολιτείας 349. 14· ἀντίθετον τῷ ἡ τύχη, 327. 22· ― ὡσαύτως, τρόποςεἶδος πολιτεύματος, οἷονὀλιγαρχία, ὁ αὐτ. 168. 19· ἡ πρ. τῶν κοινῶν 323. 8· ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ., τὰς κοινὰς πρ., τὰς δημοσίας ἀρχάς, τὴν καθόλου πολιτικήν, 298. 5, πρβλ. 296. 27· ταῖς τοῦ δήμου πρ. 1475. 1. 4) τρόπος τοῦ πολιτεύεσθαι, πολλῶν προαιρέσεων οὐσῶν... τὴν περὶ τὰς Ἑλληνικὰς πράξεις εἱλόμην 245. 5. 5) πολιτικὴ μερὶς ἢ φατρία, οἱ τῆς ἐκείνου πρ. ὁ αὐτ. 132. 18· ― ὡσαύτως αἵρεσις ἢ σχολὴ φιλοσοφική, Πλούτ. 2. 1137Α· αἱ ἐν φιλοσοφίᾳ πρ. Λουκ. Δημώνακτ. βίος 4, κλπ.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 propr. choix d’avance ; parti pris, dessein prémédité;
2 volonté, plan, intention : προαίρεσις τοῦ βίου plan de vie ; au pl. préférence, désir, envie, impulsion;
3 les sentiments et les principes d’après lesquels on se règle, manière de penser et d’agir ; particul. les principes de science ou de philosophie, doctrine;
4 principes politiques ; mode de gouvernement ; parti politique : οἱ τῆς ἐκείνου προαιρέσεως DÉM ceux de son parti.
Étymologie: προαιρέω.

Greek Monotonic

προαίρεσις: -εως, ἡ (προαιρέομαι),
1. εκλογή ενός πράγματος πριν από κάποιο άλλο, πράξη ώριμης επιλογής, απόφαση, προτίμηση, σε Πλάτ. κ.λπ.· κατὰ προαίρεσιν, με τη θέληση, εκούσια, σε Αριστ.
2. σκοπός, σχέδιο ή περιθώριο δράσης, τρόπος ζωής, βιοθεωρία, αρχή δράσης, σε Δημ.
3. στην πολιτική γλώσσα, επιτηδευμένος τρόπος πολιτικής δράσης, πολιτική, τακτική, στον ίδ.· επίσης, τρόπος διακυβέρνησης, όπως η ολιγαρχία, στον ίδ.· στον πληθ., τὰς κοινὰς προαιρέσεις, δημόσιες αρχές, γενικά, πολιτική, στον ίδ.
4. τομέας διακυβέρνησης, στον ίδ.
5. πολιτική μερίδα, παράταξη, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

προαίρεσις: εως ἡ
1) (свободный) выбор, (личное) решение, намерение: ἐκ προαιρέσεως καὶ βουλήσεως Dem. по собственной воле и преднамеренно; κατὰ τὴν προαίρεσιν Arst. по (собственному) выбору; παρὰ τὴν προαίρεσιν Arst. вопреки (сделанному) выбору;
2) стремление, склонность: ἐπὶ τῇ τοῦ πλεονεκτεῖν προαιρέσει ζῶντες Dem. живущие для наживы;
3) основоположение, принцип, план (τοῦ βίου Dem.);
4) политические принципы, программа (ἡ π. καὶ ἡ πολιτεία Dem.);
5) политическая партия (αἱ τοῦ δήμου προαιρέσεις Dem.);
6) учение, школа, направление (αἱ ἐν φιλοσοφίᾳ προαιρέσεις Luc.): οἱ ἀκολουθήσαντες τῇ τούτων προαιρέσει Plut. их последователи.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προαίρεσις -εως, ἡ [προαιρέω] keuze, voornemen:; π. ἂν εἴη βουλευτικὴ ὄρεξις τῶν ἐφ ’ ἡμῖν een voornemen is wel een weloverwogen streven naar iets dat binnen onze macht ligt Aristot. EN 1113a10; ἐκ προαιρέσεως uit vrije wil Aristot. EN 1135b25; plan, beleid:. αἱ κοιναὶ προαιρέσεις het algemeen beleid Dem. 18.210. intentie, bedoeling:. σκοπεῖν … μὴ πρὸς τὴν πρᾶξιν ἀλλὰ πρὸς τὴν προαίρεσιν niet naar de uitvoering, maar naar de intentie kijken Aristot. Rh. 1374b14. partij, stroming, school:. αἱ ἐν φιλοσοφίᾳ προαιρέσεις de filosofische scholen Luc. 9.4.

Middle Liddell

προαίρεσις, εως, [προαιρέομαι]
1. a choosing one thing before another, an act of deliberate choice, a purpose, resolution, Plat., etc.:— κατὰ προαίρεσιν on purpose, as one will, Arist.
2. a purpose, plan, or scope of action, a course of life, principle of action, Dem.
3. in political language, a deliberate course of action, a policy, Dem.:—also, a mode of government, such as an oligarchy, Dem.; in pl., τὰς κοινὰς πρ. your public principles, your general policy, Dem.
4. a department of government, Dem.
5. a political party, Dem.