Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προοίμιο

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το / προοίμιον, ΝΜΑ, και αττ. τ. φροίμιον Α
1. εισαγωγικό μέλος σε ευρύτερη μουσική σύνθεση, προανάκρουσμα (α. «ἁγησιχόρων... προοιμίων ἀμβολάς», Πίνδ.
β. «... ἐν τοῑς ἔπεσι τοῑσδε, ἅ ἐστιν ἐκ προοιμίου Ἀπόλλωνος», Θουκ.)
2. πρόλογος, εισαγωγή («... τὰ πόλλ' ἀοιδοὶ ἄρχονται Διὸς ἐκ προοιμίου», Πίνδ.)
3. (για καταστάσεις και γεγονότα) προμήνυμα, προάγγελμα, αρχικό γεγονός, απαρχή (α. «η βύθιση της Έλλης ήταν το προοίμιο του ελληνο-ιταλικού πολέμου», β. «προοίμια ἄττα καὶ στοιχεῑα θεοσεβείας εἰς ἀνθρώπους καταβαλλόμενος», Ευσ.
γ. «ὁρῶ τάδε φροίμια... πόνων βιαίων ἐμῶν», Ευρ.)
4. φρ. «εκ προοιμίου» ή «εκ προοιμίων» — εξ αρχής, για να αρχίσει κανείς, αρχίζοντας από την εισαγωγή
μσν.
ο πρώτος ψαλμός σε ιερή ακολουθία
αρχ.
προειδοποιητικό σύμπτωμα νόσου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. «εκ συναρπαγής» από τη φρ. πρὸ οἴμης (< οἴμη «άσμα, τραγούδι», πρβλ. παρ-οιμία) ή πρὸ οἴμου (< οἶμος «δρόμος, οδός» — για τη σχέση τών λ. οἴμη και οἶμος βλ. λ. οίμη). Ο παρλλ. τ. φροίμιον με αρκτικό δασύ σύμφωνο αποδεικνύει την ύπαρξη παρλλ. δασυνόμενων τ. οἵμη και οἷμος τών αντίστοιχων λ., που απαντούν στο β' συνθετικό της λ. προοίμιον.