Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσέλκω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: προσέλκω Medium diacritics: προσέλκω Low diacritics: προσέλκω Capitals: ΠΡΟΣΕΛΚΩ
Transliteration A: prosélkō Transliteration B: proselkō Transliteration C: proselko Beta Code: prose/lkw

English (LSJ)

   A draw towards, draw on, τινα prob. l. in Pi.O.6.83; τὰ τόξα Com.Adesp.139; πρός τινας… δόξας αὑτῶν τὰ φαινόμενα π. wrest the facts... Arist.Cael.293a27:—Med., draw towards oneself, attract, εἰς φιλότητα Thgn.372; αἱ χεῖρες τὸ τόξον ἀπωθοῦνταί τε καὶ π. Pl.R. 439b: aor. προσειλκυσάμην take into one's arms, embrace, E.Hipp. 1432, IA1451, Ar.Ec.910(lyr.).

German (Pape)

[Seite 759] dazu- od. hinziehen, anziehen, heranziehen, med. an sich ziehen; εἰς φιλότητα, Theogn. 372; Ggstz von ἀπωθεῖσθαι, Plat. Rep. IV, 439 b.

Greek (Liddell-Scott)

προσέλκω: ἕλκω πρός τι, τινά, πιθ. γραφὴ παρὰ Πινδ. Ο. 6. 442· πρός τινας... δόξας αὑτῶν τὰ φαινόμενα πρ. Ἀριστ. π. Οὐραν. 2. 13, 2. ― Μέσ., ἕλκω πρὸς ἐμαυτόν, προσελκύω, εἰς φιλότητα Θέογν. 372· αἱ χεῖρες τὸ τόξον ἀπωθοῦνταί τε καὶ πρ. Πλάτ. Πολ. 493Β· ― ἀόρ. προσειλκυσάμην (ἴδε ἐν λ. ἕλκω), Εὐρ. Ἱππ. 1432, Ι. Α. 1452, Ἀριστλφ. Ἐκκλ. 910, κλπ.

English (Slater)

προσέλκω, v. προσέρπω.

Greek Monolingual

Α
1. προσελκύω
2. μέσ. προσέλκομαι
α) φέρνω με το μέρος μου, παρασύρω προς εμένα («δυναμένης διὰ τὴν ὁμιλίαν τοὺς ἐραστὰς προσελκύσασθαι», Αθήν.)
β) αγκαλιάζω.

Greek Monotonic

προσέλκω: μέλ. -έλξω και -ελκύσω [ῠ]· σύρω προς τα εμπρός, προσελκύω, τινά· στην Μέσ., σύρω κάποιον προς το μέρος μου, τον τραβώ, τον ελκύω, σε Θέογν.· αόρ. αʹ προσειλκυσάμην, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσ-έλκω naar zich toe trekken, omhelzen; met acc..; προσέλκυσαί νιν omhels hem Eur. IA 1451; med.. αἱ χεῖρες τὸ τόξον... προσέλκονται de handen trekken de boog naar het lichaam toe Plat. Resp. 439b.

Russian (Dvoretsky)

προσέλκω:
1) подтягивать, подтасовывать (τὰ φαινόμενα πρός τινας λόγους καὶ δόξας Arst.);
2) med. оттягивать к себе (τὸ τόξον Plat.).

Middle Liddell

fut. -έλξω fut. -ελκύσω
to draw towards, draw on, τινά:—Mid. to draw towards oneself, attract, Theogn.; aor1 προσειλκυσάμην Eur.