Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσκεφαλάδα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
μεγάλο προσκέφαλο, μαξιλάρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσκεφαλάδι + μεγεθ. κατάλ. -α (πρβλ. κεφάλ-α, μαχαίρ-α)].